Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Η φοβερή τραγωδία της Δράκειας ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ ΤΟ 1961

Η φοβερή τραγωδία της Δράκειας ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ ΤΟ 1961

Σε τέσσερις συνέχειες η εφημερίδα κατέγραψε την εκτέλεση των αθώων κατοίκων 
«Η φοβερή τραγωδία της Δράκειας. Από τα πλέον συνταρακτικά γεγονότα της κατοχής. 115 αθώοι χωρικοί πίπτουν νεκροί από τας σφαίρας των γερμανικών πολυβόλων», είναι ο τίτλος που έδωσε σε μεγάλο αφιέρωμα για το μαρτυρικό χωριό ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ.
Το αφιέρωμα δημοσιεύθηκε το 1961 σε τέσσερις συνέχειες: 25, 28, 30 Μαϊου και 4 Ιουνίου: 
Εγράφησαν κατ’ επανάληψιν και μάλιστα πολλά για την φοβερήν τραγωδίαν της Δρακείας, για την εκτέλεσιν δηλαδή 115 αθώων κάτοικων του χωρίου αυτού από τους Γερμανούς Ες-Ες, τον Δεκέμβριον του 1943. Όμως πολλές λεπτομέρειες είναι άγνωστες και πρέπει να έλθουν εις φως, για να τις πληροφορηθούν και οι παλαιότεροι, αλλά κυρίως οι νεώτεροι Έλληνες, ώστε να έχουν πλήρη γνώσιν του απεριγράπτου εκείνου δράματος ενός από τα πλέον συνταρακτικά και απίστευτα που συνέβησαν κατά την διάρκεια της Κατοχής.
17 Δεκεμβρίου 1943. Οι κάτοικοι της κωμοπόλεως ησχολούντο ως συνήθως με τις αγροτικές των εργασίες την βροχερή εκείνη ημέρα. Τίποτε το ιδιαίτερο. Ο αγώνας για την επιβίωσι στη μαύρη περίοδο τής σκλαβιάς ήταν έντονος και τόσο δυσχερής. Λίγο όμως πριν από το μεσημέρι της ημέρας αυτής οι κάτοικοι της Δρακείας άκουσαν πυκνούς πυροβολισμούς, προερχομένους από την άνωθεν του χωρίου θέσιν «Αλυκόπετρα». Με φανερήν ανησυχίαν διηρωτήθησαν τι συνέβαινε, αλλά σε λίγο οι πυροβολισμοί έπαυσαν. Εφαντάσθησαν κατόπιν τούτου οι Δρακιώτες ότι επρόκειτο περί ασκήσεων γερμανών στρατιωτών και δεν έδωσαν συνέχειαν εις την συζήτησιν. Γρήγορα όμως επανήλθεν ο φόβος, διότι ηκούσθησαν εκρήξεις βαρέων όλμων. Επρόκειτο άραγε περί συμπλοκής μεταξύ Γερμανών και ανταρτών;
Η τελευταία αυτή υπόθεσις κατετάραξε τους κατοίκους της Δρακείας. Ήταν τόσο πρόσφατα τα δραματικά συμβάντα των Μηλεών ώστε κάθε υποψία και κάθε ανησυχία να δικαιολογήται. Μετά το μεσημέρι, προς το απόγευμα και ενώ ακόμη τίποτε δεν είχε γνωσθή για την αιτία των πυροβολισμών και των εκρήξεων οι άνδρες της Δρακείας είχον συγκεντρωθή εις το «Κάτω Παζάρι» του χωριού και συζητούσαν, προσπαθούντες πάντοτε να δώσουν μίαν εξήγησιν. Αργά το απόγευμα εγνώσθη η πραγματικότης και οι φόβοι δυστυχώς επαλήθευσαν. Οι αντάρτες προσέβαλον εξ ενέδρας ομάδα εκ τεσσάρων γερμανών στρατιωτών, επιβαινόντων μοτοσυκλέττας, με αποτέλεσμα τον φόνον δύο εξ αυτών.
Η πληροφορία για το γεγονός διεβιβάσθη προς Δράκειαν με αγγελιαφόρον των ανταρτών, αλλά δεν επετράπη να γνωστοποιηθή εις ευρείαν κλίμακα. Οι κάτοικοι ηγνόουν την πραγματικότητα, την οποίαν όμως επέπρωτο να πληροφορηθούν πλέον απ’ ευθείας από τους Γερμανούς, όταν περί την 7ην νυκτερινήν της ιδίας εκείνης ημέρας, 17 Δεκεμβρίου 1943, ευρέθησαν ξαφνικά κυκλωμένοι εντός των καφενείων από τους ενσκήψαντας εν τω μεταξύ Ες- Ες. Οι Γερμανοί, αγριεμένοι όσον ποτέ, επρομελέτησαν τα αντίποινα για τον φόνο των δύο στρατιωτών των παρά την Αλυκόπετρα και επέλεξαν την Δράκεια, ως ευρισκομένην πλησιέστερα προς τον τόπον της συμπλοκής, δηλαδή προς την Αλυκόπετρα, προκειμένου να τα εφαρμόσουν.
Δεν ηκολούθησαν τον συνήθη δρόμον που οδηγεί προς την κωμόπολι, αλλ’ ένα μονοπάτι. Συνέλαβον ένα ποιμένα παρά την θέσιν «Άγιος Δημήτριος» και τον ηνάγκασαν να τους οδηγήση κρυφά από το μονοπάτι αυτό μέχρι της Δρακείας. Όταν οι Γερμανοί έφτασαν, χωρίς καν να γίνουν αντιληπτοί, περιεκύκλωσαν αμέσως την πλατείαν. Έτσι οι ανησυχούντες μεν, αλλά μη υποψιαζόμενοι έστω τα συμβαίνοντα άρρενες κάτοικοι, συγκεντρωμένοι εντός των καφενείων, ευρέθησαν εντός κλοιού ασφυκτικού, από τον οποίο δεν ήτο δυνατόν να εξέλθουν.
Αφού οι Ες-Ες επέτυχον πλήρη αιφνιδιασμόν και περικύκλωσαν την πλατείαν ενεφανίσθησαν εις τα καφενεία και διέταξαν τους θαμώνες να μην κινηθούν. Εν τω μεταξύ, ομάδες Ες-Ες ήρχισαν να ερευνούν εις τας οικίας και συνελάμβανον τους άνδρας, τους οποίους ωδήγουν προς την πλατείαν και τους ενέκλειον εις τα καφενεία μαζί με τους άλλους, συλληφθέντας αρχικώς. Το καφενείον Γ. Θεοδώρου εγέμισε ασφυκτικά από τους άμοιρους Δρακιώτες, η μοίρα των οποίων έμελλε να είναι τόσον σκληρή. Ως τραγική ειρωνεία πρέπει να θεωρηθή το γεγονός, ότι μερικοί εκ των κατοίκων ευρισκόμενοι κατά την ώραν του γερμανικού μπλόκο εις τας οικίας και ανησυχήσαντες για την τύχην συγγενών των, κατήλθον μόνοι προς την πλατείαν όπου και συνελήφθησαν αμέσως, εγκλεισθέντες και αυτοί εις το καφενείον Θεοδώρου, το οποίον εφρουρείτο από Γερμανους ωπλισμένους με αυτόματα, έτοιμα προς βολήν.
Αι συλλήψεις συνεχίσθησαν μέχρις αργά την νύκτα. Περίτρομοι οι κάτοικοι διερωτώντο για την τύχην των. Ρώτησαν μερικοί γερμανούς στρατιώτας για να πληροφορηθούν τι θα συνέβαινε. Και αυτοί με πλήρη απάθειαν τους απήντησαν ότι θα εγίνετο μόνον μία ανάκρισις. Αναφέρεται μάλιστα χαρακτηριστικώς, ότι ο διοικητής του επιδραμόντος τμήματος των Ες-Ες εγευμάτισε εις ένα σπίτι της κωμοπόλεως, διαβεβαιών, ότι τίποτε το κακό δεν θα συνέβαινε. 
Οσο όμως και αν διαβεβαίωναν οι Γερμανοί τους συλληφθέντας ότι τίποτε το κακό δεν επρόκειτο να συμβή, οι εντός του καφενείου έγκλειστοι Δρακειώτες είχαν πεισθή για τις προθέσεις των Ες-Ες. Έτσι πολλοί εσκέφθησαν ως μόνον τρόπον σωτηρίας την απόδρασιν. Βέβαια υπήρχον οι γερμανοί σκοποί, αλλ’ αν επιχειρήτο μία αιφνιδία εξόρμησις θα κατώρθωναν ίσως να διαφύγουν οι περισσότεροι, παρ’ ότι αρκετοί θα εύρισκαν επί τόπου τον θάνατον. Η λύσις αύτη, λύσις απελπισίας, εφαίνετο ως η μόνη ενδεδειyμένη αφού ούτως ή άλλως, ουδείς επρόκειτο να διαφύγη την εκτέλεσιν. Δυστυχώς, η τοιαύτη λύσις δεν προεκρίθη κατόπιν παρεμβάσεως των γεροντοτέρων, οι οποιοι συνέστησαν ψυχραιμίαν και αναμονήν. Επίστευαν αυτοί, ότι το πρωί της επομένης οι Γερμανοί θα απηλευθέρωναν όλους τούς συλληφθέντας, δεδομένου ότι αυτοί τίποτε το κακόν δεν έκαμαν.
Με την πάροδον των νυκτερινών ωρών οι Γερμανοί, φοβηθέντες προφανώς απόπειραν των κρατουμένων να αποδράσουν, ενίσχυσαν την φρουράν του καφενείου και με άλλους σκοπούς. Η τελευταία αυτή ενέργεια, εξηφάνισε κάθε ελπίδα πλέον διαφυγής. Οπως αφηγούνται διασωθέντες ένας εκ των συλληφθέντων, γερμανομαθής, ηρώτησε με τρόπον Γερμανόν φρουρόν περί της τύχης των. Εκείνος τότε του απήντησε ότι οι πάντες το πρωί θα εφονεύοντο εις αντίποινα, διά την απώλειαν των δύο γερμανών στρατιωτών κατά την συμπλοκήν με τους αντάρτας παρά την Αλυκόπετρα.
Η απάντησις του γερμανού σκοπού έπεσεν ως κεραυνός μεταξύ των 123 ακριβώς, εντός του καφενείου εγκλείστων Δρακειωτών. Πολλοί άρχισαν να κλαιν, άλλοι να εναγκαλίζονται μεταξύ των, ενώ όλοι πλέον συνεφώνησαν διά μίαν απόπειραν ομαδικής αποδράσεως. Αλλ’ ήτο ήδη αργά διότι, όπως είπαμε, η γερμανική φρουρά πέριξ του καφενείου είχε ενισχυθή και η επιτήρησις ήτο συνεχής και άγρυπνος. Ας σημειωθή, ότι μεταξύ των κρατουμένων ήσαν και 7 αγωγιάτες από το Σέσκουλο, οι οποίοι είχαν μεταβή εις Δράκειαν με τα ζώα των.
Οι Γερμανοί επέτρεπαν εις όσους το ζητούσαν να μεταβαίνουν ένας-ένας και συνοδεία πάντοτε σκοπού, διά σωματικήν των ανάγκην. Την 2.30 νυκτερινήν ένας από τους κρατουμένους, ο Ζήσης Σαραβάνης, οδηγηθείς και αυτός διά σωματικήν του ανάγκην, κατώρθωσε να δραπετεύση. Σκεφθείς, ότι σωτηρία δεν υπήρχε επωφελήθη της ευκαιρίας και καλυπτόμενος από το πυκνό σκοτάδι, έτρεξε γρήγορα, προτού καν ο γερμανός σκοπός προλάβη να πυροβολήση. Οταν ο τελευταίος αυτός έβαλε με το αυτόματόν του ο Σαραβάνης είχε ξεφύγει και αι σφαίρες ερρίφθησαν εις το κενόν. Μετά την δραπέτευσιν του Σαραβάνη, οι Γερμανοί δεν επέτρεψαν εις άλλους κρατουμένους να εξέλθουν.
Αφάνταστα δραματική υπήρξεν η υπόλοιπος νύκτα. Κανένας φυσικά δεν έκλεισε μάτι, ενώ η αγωνία του θανάτου συνείχε τούς πάντας.
Κάποτε ξημέρωσε. Κατά τις 7, μπήκε εις το καφενείο ένας γερμανός υπολοχαγός των Ες-Ες, ονόματι Χόφμαν. Εδειχνε μαλακός και ρώτησε αν κανείς από τους κρατουμένους ξέρει γερμανικά. Παρουσιάσθηκε ο Χρ. Μιχόπουλος για να μιλήση μαζί του. Ο Χόφμαν του ανεκοίνωσε ότι οι συλληφθέντες θα αφεθούν ελεύθεροι και θα οδηγηθούν εις τα σπίτια των τρεις - τρεις. Φαντάζεται, κανείς, με πόσην ανακούφισιν και χαράν υπεδέχθησαν οι ζωντανοί αυτοί νεκροί, το άγγελμα περί της σωτηρίας των. Ηρχισαν να ζητωκραυγάζουν και να ευχαριστούν τον γερμανό αξιωματικό, κλαίοντες.
Πόσον όμως τραγική και οικτρά έμελλε να έλθη εντός ολίγον η διάψευσις της υποσχέσεως του γερμανού εγκληματίου.
Το εγκληματικό όργιο, η εκτέλεσις των 115 Δρακειωτών κράτησε δεν κράτησε μισή ώρα. Ο γερμανός υπολοχαγός είχε συστηματοποιήσει την δολοφονική του εργασία και έτσι τελείωσε γρήγορα σχετικώς. Αν βέβαια εχρησιμοποιούσε πολυβόλα απ’ ευθείας Βάζοντας τους προς εκτέλεσιν εις την σειράν και τους θέριζε μονομιάς, θα είχε μία και καλή θέσει τέρμα εις την «αποστολήν» του. Αλλ’ αυτός, ψυχή πωρωμένη και εμποτισμένη από το πιστεύω των Ες-Ες, προτίμησε την βραδυτέραν μεν, θεαματικωτέραν ωστόσο μέθοδον του πιστολίου. Έτσι οι μελλοθάνατοι εξετελούντο, όπως είπαμε ανά πέντε εις την αρχή, τέσσαρες κατόπιν και τρεις-τρεις τελικώς.
Αι σκηνές, που έλαβον χώραν, υπήρξαν απεριγράπτως συνταρακτικοί. Ήταν φοβερό, απίστευτο το θέαμα της θανατώσεως, κατ’ αυτόν τον ιδιαίτερα ψύχραιμο τρόπο, αθώων ανθρώπων, τόσο φοβερό ώστε και αυτοί ακόμη οι βοηθοί του θηριώδους υπολοχαγού να τα χάσουν, να συγκινηθούν. Δύο μάλιστα εξ αυτών εθεάθησαν κλαίοντες. Μόνον αυτός, ο αρχιεγκληματίας Χόφφμαν, δηλαδή, δεν εκάμφθη. Συνέχισε με ψυχραιμίαν κτήνους να πιστολίζει εις τον αυχένα τα θύματά του και μόνον όταν οι 115 Δρακειώτες έπεσαν άψυχα πτώματα πλέον ης την χαράδρα, σηκώθηκε και με την ίκανοποίησι ζωγραφισμένη εις το πρόσωπό του, κύτταξε προς τα κάτω, προς τον σωρό των νεκρών Ελλήνων, λες και καμάρωνε για το ανήκουστο επίτευγμα του. Δεν χόρτασε εν τούτοις από σαδισμό και διέταξε τα πολυβόλα να κάνουν συνεχή βολή, να γαζώσουν δηλαδή, τα πτώματα, ώστε να μη σωθή κανένας, που τυχόν τραυματισμένος, ίσως γλύτωνε. Πράγματι δε, ως εξακριβώθη, τουλάχιστον είκοσι θα εγλύτωναν αν δεν επολυβολούντο κατόπιν. Εξηκριβώθη δε τούτο όταν ανεσύρθησαν τα πτώματα και εις ωρισμένα από αυτά δεν παρετηρήθησαν πλήγματα έως τί κεφάλι, αλλά μόνον καίρια τραύματα εις το σώμα, από τις ριπές των πολυβόλων. Χαρακτηριστικώς δε αναφέρεται η περίπτωσις του αειμνήστου Κώστα Ευαγγελίδη, ο οποίος ευρέθη φέρων μόνον τραύμα εις την σπονδυλικήν στήλην.
Εξήγησις του φαινομένου αυτού δίδεται με την υπόθεσιν ότι οι δύο στρατιώτες-δήμιοι τους οποίους επέλεξεν ο Χόφφμαν, έσπρωχναν προς την χαράδρα, όταν μπορούσαν, όταν δεν παρατηρούσε ο αξιωματικός, ζωντανούς τους Έλληνες, ρίχνοντας την πιστολιά εις τον αέρα. Αυτή είναι μία υπόθεσις, πάντως και όχι εξηκριβωμένο γεγονός. Εν τούτοις ευρέθησαν και ωρισμένοι ζώντες τραυματίαι μόνον μεταξύ των πτωμάτων. Ήσαν οκτώ. Τελικώς έσώθησαν μόνον οι πέντε, ήτοι οι Κ. Ι. Τζαμτζής, Ευάγ. Σ. Νίκου, Γ. Ελ. Κεφαλάς, Αγγ. Αντ. Ρεντινιώτης και Ι. Ν. Κάλμπαρης. Ο Νίκου διεσώθη χάρις εις την ψυχραιμία και την ετοιμότητά του, υποδυθείς τον νεκρόν, όταν ένας Γερμανός, ο οποίος κατήλθε εις την χαράδρα, μετά τις εκτελέσεις, σήκωσε το χέρι του (του Νίκου), για να δη αν αυτός, είχεν εκπνεύσει. Ευφυέστατα ο Νίκου αφήκε το χέρι του να πέση «ξερό», δίνοντας έτσι την εντύπωσι εις τον Γερμανό, ότι δεν ζούσε πια.
Είναι απερίγραπτο το δράμα των οκτώ αυτών τραυματιών, οι οποίοι ευρέθησαν υπό τους σωρούς των πτωμάτων. Υπέφεραν από τους πόνους, υπέφεραν από την αγωνία, αλλ’ υπέφεραν περισσότερο από το βάρος των νεκρών σωμάτων, που τους εκάλυψαν και από την δυσκολία της αναπνοής λίγο έλειψε να πεθάνουν από την ασφυξία. Αν τολμούσαν να κινηθούν, για να παραμερίσουν τα πτώματα και να αναπνεύσουν, θα εγίνοντο ασφαλώς αντιληπτοί και τότε δεν θα γλύτωναν. Ξέφυγαν από του χάρου τα δόντια, τραυματισθέντες μόνον και ήταν κρίμα να χάσουν τη ζωή, την τελευταία στιγμή. Θέλοντας και μη λοιπόν έκαναν υπομονή, εταλαιπωρήθησαν, αλλά -οι πέντε εσώθησαν.
Η φοβερή τραγωδία της Δράκειας, μία από τις μεγαλύτερες της Κατοχής, είναι αδύνατον να ιστορηθή απόλυτα εις τις λεπτομέρειές της. Και ήταν τόσες οι λεπτομέρειες, συνταρακτικές και σχεδόν απίστευτες. Κάθε οικογένεια εις την Δράκεια έχει να περιγράψη και το δικό της ξέχωρο δράμα. Γιατί κάθε οικογένεια εθρήνησε αδικασκοτωμένο πατέρα, γιο ή αδελφό. Χαρακτηριστική μεταξύ των άλλων είναι η περίπτωσις της οικογενείας Δημ. Λιάτσικα. Το βράδυ της 17ης Δεκεμβρίου, το βράδυ δηλαδή των συλλήψεων ο Δημήτριος Λιάτσικας ήταν εις το σπίτι του και δεν συνελήφθη μαζί με τους άλλους συγχωριανούς του εις το «Μεγάλο Παζάρι» από τους επιδραμόντας Γερμανούς.
Από τα άρρενα μέλη της οικογενείας έλειπε μόνον ο μικρότερος γιος. Η ώρα περνούσε, είχε σχεδόν πάει μεσάνυχτα και η γυναίκα του Λιάτσικα ανησυχούσε πολύ για την αργοπορία του παιδιού. Ξύπνησε τότε τον άνδρα της και αυτός γρήγορα κατηφόρησε προς τα καφενεία. Συνελήφθη όμως από τους Γερμανούς. Ο Λιάτσικας κλείστηκε μαζί με τους άλλους συλληφθέντας εις το μαγαζί και επομένως δεν επρόκειτο να γυρίση εις το σπίτι, όπου η γυναίκα του, βλέποντας και την αργοπορία του άνδρα της ξύπνησε και τον μεγαλύτερο γιο της Τάσο και τον έστειλε και αυτόν για να δη τι συμβαίνει. Ετσι και ο Τάσος Λιάτσικας δεν απέφυγε την σύλληψι από τους Γερμανούς. Το πρωί πατέρας και γιος, οι δύο αυτοί τραγικοί ανύποπτοι, που μόνοι των, γιατί το θέλησε η κακή μοίρα, έπεσαν εις το στόμα του λύκου, εξετελούντο αγκαλιασμένοι.
Για να καταδειχθή η πρωτοφανής θηριωδία και ατιμία του επί κεφαλής Γερμανού αξιωματικού, αξίζει να αναφερθή και η εξής περίπτωσις:
Το βράδυ μετά τις συλλήψεις ο Γερμανός υπολοχαγός εισήλθε εις το σπίτι του Κ. Νίτη ή Καλίνικου. Εζήτησε να τον φιλοξενήσουν. Θέλοντας και μη θέλοντας οί καλοί χωρικοί άνοιξαν τις πόρτες του σπιτιού των εις τον κατακτητή αξιωματικό. Του έδωσαν και έφαγε και του έστρωσαν να πλαγιάση. Καταϋποχρεωμένος, έδειχνε ευγενέστατος ο υπολοχαγός, αλλά το πρωί όταν σηκώθηκε απέδειξε τον πραγματικό εαυτό του, τον δολοφόνο και ανήκουστο εγκληματία. Ο ατυχής Καλίνικος, από λεπτότητα θέλησε να ξεπροβοδίση τον υπολοχαγό, φεύγοντα από το σπίτι του. Και αυτό υπήρξε το μοιραίο λάθος του. Ξεχνώντας το κτήνος την φιλοξενία, ο αξιωματικός των Ες-Ες, ξεχνώντας κάθε τι το ανθρώπινο και στοιχειωδώς ευγενικό, διέταξε τούς στρατιώτες και συνέλαβον τον Καλίνικον, ο οποίος τελικώς εξετελέσθη μαζί μι τούς άλλους 114 Δρακειώτες, εξετελέσθη δε με το πιστόλι από τον ίδιο τον υπολοχαγό εις ανταπόδοσιν των περιποιήσεων και της φιλοξενίας.
Το έγκλημα της Δρακείας δεν θα λησμονηθή ποτέ. Θα παραμένη αιώνια σαν στίγμα για εκείνους οι οποίοι εμφανιζόμενοι ως πολιτισμένοι, απέδειξαν ένστικτα καννιβάλων. Η ιστορία ας τους κρίνη.

Τα 115 αθώα θύματα της Δρακείας είναι οι εξής:
Κ. Ν. Θλιβερός, Ζήσης Ι. Στάμος, Π. Δ. Κασσαβέτης, Αθ. Ν. Θεοδώρου, Χαρίτων Απ. Μαρκάς, Ιωάν. Απ. Μαρκάς, Αν. ΑΘ. Χαλκιάς, Πρωτεσίλαος Αθ. Μιτζέλος, Ν. Δ. Ζαμπαρδίκος, Ι. Δ. Ζαμπαρδίκος, Παντελής Κάμπας, Θεόδ. Αθ. Χαλκιάς, Κων. Ιω. Εύαγγελίδης, Δημ. Ν. Σφύρας, Ανέστης Ιω. Μπαλντούμης, Δημ. Γ. Κουμούτσης, Γεώργ. Α. Πατρώνης, Ν. Γ. Κεφαλάς ή Καλαμαράς, Δημ. Ιω. Βολιώτης, Ορέστης Ι . Τσοποτός, Κωνστ. Αντ. Δούκας, Κωνστ. Γ. Μουστάκας ή Κεφαλάς, Αντ. Ν. Θεοδώρου, Κων. Ι. Γκαραγκούνης, Νικ. Λ. Καραβέλης, Γ. Παπαγεωργίου ή Σέμος, Κων. Φ. Κάπελας, Στέφ. Κ. Καρατζώλης, Απ. Δ. Κουτσινάρης, Γεώργ. Ι. Αραβίδης, Δημ. Απ. Μαρκάς, Κων. Χ. Κεφαλάς, Κων. Ι. Παπαποστόλου, Δ. Χ. Αρέθας, Γ. Αν. Ζιαμπάς, Χαρ. Αν. Ζιαμπάς, Κων. Θ. Τσάρας, Αθ. Ζ. Κουτσομήτρος, Απ. Κ. Αναστασίου, Κων. Αν. Αναστασίου, Αντ. Χ. Βελετζάκος, Ιωάν. Αθ. Βούλγαρης, Ιωάν. Δ. Ζάμπαλος, Αθαν. Δ. Ζάμπαλος, Γεώργ. Αντ. Ρεντινιώτης, Σπ. Ι. Μαστρονικολάου, Κων. Γ. Νίτης ή Καλίνικος, Στ. Κουτσομήτρος, Γ. Δ. Σταμάτης, Δ Π. Λιάτσικας, Θεοφ. Κ. Ρεντινώτης„ Σπ. Μ. Κεφαλάς, Λυκούργ. Μαυρόπυλος, Γ. Ν. Κουτσομήτρος, Γ. Αθ. Μούτος, Δημ. Ν. Χαλκάς, Ν. Απ. Πατρώνης, Κων. Παπαγεωργίου, Ν. Δ. Πεταλάς, Γ. Δ. Μακρυγιάννης, Σπ. Δ. Μακρυγιάννης, Ν. Β. Τζαμτζής; Σπ. Β. Τζαμτζής, Νικ. Γ. Κωστής, Θεοφ. Δ. Σαρηγιάννης, Θωμ. Ι. Μιτζέλος, Δημ. Ι. Κεφαλάς, Γεώργ. Κ. Μπούκουρας, Αν. Κ. Ραχούλης, Γεώρ. Αρ. Ταγάρας, Χ. Αρ. Ταγάρας, Αναστ. Κ. Παππάς, Γεώργιος Αν. Παππάς, Χρ. Απ. Μιχόπουλος, Σπ. Κ. Πανταζάκης, Ιωάν. Κ . Πανταζάκης, Κωνστ. Ν. Βογδάνος, Κωνστ. Στάμ. Κουτσομήτρος, Φανούριος Αθ. Αποστολίδης, Νικ. Κ. Εύαταθίου, Ελ. Ζ. Σεϊτάνης, Αργ. Δ. Τσολάκης, Χαρ. Γ. Τσιάρας, Χαράλ. Ν. Κεφαλάς, Δημ. Τρ. Κάδρας, Νικηφ. Δ. Αποστολόπουλος, Θ. Αθ. Τσιάρας, Κωνστ. Γ. Μαστροκώστας, Δημ. Απ. Παπουτσής, Ιωάν. Αθ. Ζαμπαρδίκος, Γεώρ. Αθ. Ζαμπαρδίκος, Κωνστ. Μ. Ζαμπαρδίκος, Δημ. Ι. Γεωργατζής, Κωνστ. Στ. Κατσούδας, Αθ. Φάδακας, Εξαρ. Αρ. Κεφαλάς, Απ. Κλειδωνάρης, Σπ. Στ. Κουτσομήτρος, Χριστοφ. Απ. Ευσταθίου. Αριστ. Κ. Αδάμ, Κωνστ. Αθ. Μάγγος, Δημ. Γ. Μάγγος, Απ. Λιάμης, Βασ. Κολιαμήτρος, Αθαν. Μπέιας, Δημ. Κολιαμήτρος, Χρ. Τσιαμήτας, Γεώρ. Μπέιας, Κωνστ. Αγ. Στεργίου, Ν. Ι. Τράντος, Ν. Χ. Γιαννόπουλος, Σ. Μ. Χατζηγρηγορίου, Χρ. Ν. Μάρας.





  • Τα πρωτοσέλιδα του ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ το 1961 με τα διαδοχικά δημοσιεύματα του αφιερώματος
 πηγή

1 σχόλιο:

Κυκλαμίνα είπε...

Είχα πολλές φωτογραφίες απ' αυτό το χωριό, δεν μπορώ να τις βρω, που τις έχω αναρτήσει.
Θυμάμαι ότι έσταζε μελαγχολία, λες και η μαύρη Ιστορία, δεν έχει ξεχαστεί ακόμα...
Απόψε έμαθα όλες αυτές τις λεπτομέρειες.
"Εύγε", στην εφημερίδα!