Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Πάνω - κάτω, πάλι και κολυμπούσα στην στεριά

















Κατερίνα Νόημα:

Μεσ' τα ερείπια του καιρού, ζωή πάω να χτίσω






Μέρα γιορτής, μού ετοίμαζα "σκληρό" δώρο.
Ότι δεν θα άντεχε, η ψυχή και το σώμα.
Θα στεναχωρούσα και τους άλλους, θα τους χάλαγα την διάθεση γιορτής, μα έπρεπε.
Κάτι που χρωστάς, πρέπει να το δίνεις, ας είναι και μέρα γιορτής, αφού έτσι προέκυψε.
Θα ήμουνα πάλι η δυνατή, θα πήγαινα, έστω και μόνη μου.
Ως το μεσημέρι, από μόνη μου, επιλογή: στα τάρταρα.
Επέπλευσα πολύ, ώρα για βάθος, πάτο και μετά... ανάταση και Ανάσταση.
Αν δεν κάνεις βουτιά στο μεγάλο κύμα, δεν βγαίνεις στον αφρό.

...Έτσι τα υπολόγιζα...
Χάνω στην μετάφραση του καλοκαιρινού ονείρου, όμως, κι ήρθε η είδηση την παραμονή.
"Άκυρον".
Που σημαίνει, το κύμα χτύπησε το καλοκαίρι, όταν το φωτογράφιζες και συνάμα, ένα όνειρο "μιλούσε".
Γονάτισε στα πόδια σου, σου έκανε μετάνοια, αντί να κάνεις εσύ, αγκάλιαζες και συ, έκλαιγες κι εσύ, ξύπνησες τρομαγμένη και τότε, στο όνειρο και τώρα στο τηλέφωνο.
Ακυρώθηκαν όλα, κι  ήταν γλυκιά η ακύρωση.
Πονούσε το "μοίρασμα", πάλι ολόκληρο μερίδιο, πάλι εκτός.
Κατοχή.
Παντού.
Ακόμα και στις ψυχές.

Άντεξα και χάρηκα.
Επιτέλους, αιώνια Ανάπαυση.
Έπρεπε να το γιορτάσω.
Η μισή μέρα, δική του.
Τρεις εκκλησιές κοντά, βρέθηκα σε τρία γεφύρια.
Το ένα, το πολύ κλαμμένο,  εκείνο με τα σανίδια... έλειπε.
Αναπαύτηκε αιώνια κι αυτό.

Δεύτερη Ανάσταση!
Τί χαρά! Τί δώρα!
Ατέλειωτα...
Να ξετυλίγεις, να ξετυλίγεις και να χαίρεσαι, τόσο, που να μαλώνεις με τα δάκρυα.
"Μην τολμήσετε και βγείτε, σας στέγνωσα!"

Αναστασία και Παναγιώτα, φροντίσαν γα τα κλειδιά.
Άνοιξαν και κρύφτηκα στους Άγιους Πάντες.
Αγία Παρσκευή, μπαίνοντας, απ' την πίσω πόρτα, δεξιά, Χριστός στην μέση, πάνω - κάτω, παντού Χριστός και Παναγιά, ο Άγιος Εφραίμ, φρουρός, δίπλα στα κεριά, στην κύρια είσοδο, την κλειστή, Άγιος Νεκτάριος, Φύλακας, προσκυνητάρι, μπροστά, ήταν ΟΛΟΙ, εκεί!
Ξέρανε...
Με κοιτάζανε...
Μ' αγκαλιάζανε...
Δεν τους είπα, τίποτα.
Ήξεραν.

Πήρα τον κατήφορο, γρήγορα.
Δεν άντεχα να μετρήσω ξανά, εκείνα να σκαλιά, ούτε να τ' ανέβω, τώρα.
Μόνο κοίταξα, από μακριά.

Ίδρωσα, σα να τα ανεβοκαταίβενα, έξι ολόκληρα χρόνια.

Και το ποτάμι ήταν ρηχό, για άλλη μια φορά, και νερό να είχε, δεν θα έπεφτα, ποτέ, τα ξερά φύλλα απ' τα πλατάνια χόρευαν, κι ένα μεγάλο, "γκαπ", έπεσε μπροστά στα πόδια μου, κάτω, στα κάγκελα της κιτρινοπράσινης γέφυρας.
Δεν με "χτύπησε", να το προσέξω ήθελε.

Ανηφόρα πάλι, κι ήξερα πως είχα πια, δύναμη να πάω και σε πιο σκληρά.

Πήγα.
Πάνω - κάτω- πέρα - δώθε, για άλλη μια φορά, μετά... από πόσα χρόνια; (....)

Υγ. 30/11/15 και 02, το αηδόνι μου, έξω, κελαηδεί! Λέει, λέει, τελειωμό δεν έχει.
Με βρήκε μεσ' στο καταχείμωνο...
Απέναντι, ΕΚΕΙ, δεν μπορώ να πάω, δεν είμαι έτοιμη. Λείπει η γέφυρα. Έμεινε η Νύφη, χωρίς το μ...
Τα ποτάμια, δεν γυρίζουν πίσω.
Θυμήθηκα την μάννα... στο πρώτο και αγνό, ρωτούσα:
"Αν τα ποτάμια γυρίζαν πίσω, πες μου, θα γύριζες κι εσύ;"

Καλά είναι να κοιτάς που θα καταλήξουν, πού θα καθαριστούν, πως θα εξατμιστούν πάλι, ν' αρχίσουν νέο, καθαρότερο κύκλο, ίσως... 
Φωτογραφικά, τα μπέρδεψα, όσο βρεθεί η ροή τους, όταν βρεθεί.

Ερρείπα, παντού.
Όχι, δεν ήθελα να δοξαστώ. Να δοξάσω ήθελα, μέσω της Τέχνης, της ανθρώπινης.
Δεν ήξερα, ακόμα, πως όλα τα λάθη τα ανθρώπινα, κρύβονται τόσο όμορφα, εκεί, μέσα σ' αυτήν!
Τελικά, μέσα απ' την ματαιοδοξία βγαίνει η Τέχνη.
Κι είναι τόσο δύσκολο, ο άνθρωπος, να το παραδεχτεί!
Όχι, κι αυτό το τελευταίο, λάθος μου, (βιβλίο), δεν έπρεπε να δημοσιευτεί.
Έπρεπε να θαφτεί, μαζί.
Ήταν όμως, να συμβεί.

Συμβαίνουν γεγονότα στον άνθρωπο, που δεν μπορεί πια, να τα αλλάξει.
Μόνο να μετανιώσει γι' αυτά.
Είδωμεν, τι μάθημα πήρα.

Τ' αηδόνι μου, σιώπησε εδώ και ώρα.
Περιμένει να ξεφύγω απ' το παρελθόν, κρατά σιγή.

Να φύγει, να ξεδιαλύνει το παρόν.
Μήπως, δεν είναι ακόμα, όλα τόσα μπερδεμένα;
Μήπως, υπάρχει τέλος, σ' αυτό το κουβάρι;
Κόμποι που λύνονται και γίνονται καινούργιοι.
Αδιέξοδο, όπως και η ίδια η ζωή.
Ποτέ δε Φεύγεις, από κει, που ήρθες στη ζωή.  
Είναι άλλη η πόρτα.
Έχει υπόγειο, πάτο και κρύο χώμα.
Υγ. 8 και 36
Περιμένοντας την Άλλη Ανάσταση.
Μόνος, κι εδώ κι εκεί, με υπομονή.
Εννιά μήνες το φυσιολογικό.
Όλη η άλλη μέτρηση, εξαρτάται...

 

  

Δεν υπάρχουν σχόλια: