Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Η ζωή του Χριστού στα Ποντιακά κάλαντα

Η ζωή του Χριστού στα Ποντιακά κάλαντα

Μια συγκινησιακή ιδιορρυθμία
Ποντιακά κάλαντα και πάθη του Χριστού
- Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα Χριστουγεννιάτικα Ποντιακά κάλαντα, που εξιστορούν τη ζωή του Χριστού, μέχρι τα Πάθη και τη Σταύρωση. Στα Ποντιακά κάλαντα εμφανίζεται μια συγκινησιακή ιδιορρυθμία και ιδιοτυπία, συνδυασμένη με τα στοιχεία της χαράς και του δράματος.
Από το γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά μόνο στη χαρμόσυνη είδηση της Γέννησης του Χριστού, αλλά και στα Πάθη και στην Ανάσταση Του.
Για τους σκλαβωμένους τότε ψυχικά ταλαιπωρημένους Πόντιους, η Γέννηση του Χριστού αποτελούσε φωτεινή ελπίδα...

Ελπίδα για την απελευθέρωση τους από τη δουλεία, οι οποίοι την υπέμεναν δίχως να χάνουν την πίστη τους για Ανάσταση και Εθνική ελευθερία, η οποία ήταν πολύτιμη γι’ αυτούς σαν το Ιερό Αίμα του Χριστού. Ταυτίζοντας την πορεία τους, με εκείνη του Σωτήρα Χριστού, που σταυρώθηκε για τη σωτηρία τους.

Έρπαξαν Ατόν οι χιλ’ Εβραίοι
οι σκύλ’ Εβραίοι και μύρ’ Εβραίοι

Ασ’ ακρεντικά κι ασ'ήν καρδίαν,
αίμαν έσταξεν, χολήν κ’ εφάνθεν,
ούμπαν έσταξεν, και μύρος έτον,
μύρος έτον και μυρωδία!

Εμυρίστεν ατό ο κόσμος όλεν,
για μυρίστ’ ατο κι εσύ αφέντα.

Συ αφέντα, καλέ μ’ αφέντα...




ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ   

Στην Υγειά μας και ΠΑΟΛΑ

Πάολα: Δείτε ποιο τραγούδι την έκανε να «λυγίσει»

Η Πάολα ήταν καλεσμένη στην εκπομπή «Στην υγειά μας ρε παιδιά» την Παραμονή των Χριστουγέννων.
Η τραγουδίστρια κατά τη διάρκεια της εκπομπής ακούγοντας την Πίτσα Παπαδοπούλου ένα τραγούδι συγκινήθηκε και βούρκωσε. Δείτε ποιο τραγούδι την έκανε να «λυγίσει».


*****


Παολα | Mix ~ Χριστουγεννα στην υγεια μας..24/12/2016   

***
Σχόλιο: Έπρεπε να βγω στο Φέις, να μάθω τι έδειξε η τι βι!
Πόσο πίσω έμεινα...τελικά!
Έμαθα και την Πάολα, ποτέ δεν είναι αργά!
Πολύ καλή, πολύ δυνατή! Μπράβο της!

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικα έθιμα στα χωριά της Ελλάδας



Χριστουγεννιάτικα έθιμα στα χωριά της Ελλάδας


Η Ελλάδα βρίθει από έθιμα τις εορταστικές περιόδους. Υπάρχουν πολλά έθιμα ανά την χώρα μας που ίσως είναι λιγότερο γνωστά ή πρέπει να ταξιδέψουμε σε αυτά τα μέρη για να τα βιώσουμε από κοντά και να μάθουμε για τις παραδόσεις της κάθε περιοχής. Η ομάδα του ellines.com συγκέντρωσε μερικά από αυτά τα έθιμα που ακόμα τηρούνται στα χωριά μας.
ΗΠΕΙΡΟΣ
Τα καρύδια
Tα καρύδια είναι ένα παραδοσιακό ομαδικό παιχνίδι που παίζουν τα παιδιά. Οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν ως εξής: Κάποιο παιδί χαράζει στο χώμα μια ευθεία γραμμή. Πάνω σ’ αυτή, κάθε παίκτης βάζει κι από ένα καρύδι στη σειρά. Μετά, ο κάθε παίκτης με τη σειρά του και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή των καρυδιών, σημαδεύει σκυφτός, και με το μεγαλύτερο και το πιο στρογγυλό καρύδι του, κάποιο άλλο καρύδι. Όποιο καρύδι πετύχει και το βγάλει έξω από τη γραμμή το κερδίζει και δοκιμάζει ξανά σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι. Αν αστοχήσει, συνεχίζει ο επόμενος παίκτης. Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να βγουν από τη γραμμή όλα τα καρύδια.
Tο αναμμένο πουρνάρι
Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήταν νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους. Από τότε, λοιπόν, στα χωριά της Άρτας, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, να κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι, ή ό,τι άλλο δεντρικό που καίει τρίζοντας. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού.
ΘΕΣΣΑΛΙΑ
Το τάισμα της βρύσης
Οι κοπέλες, τα χαράματα των Χριστουγέννων, αλλού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση «για να κλέψουν το άκραντο νερό» (άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ’ όλη τη διαδρομή). Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και γλυκιά να είναι και η ζωή τους. Για να έχουν καλή σοδειά, όταν φτάνουν εκεί, την «ταΐζουν», με διάφορες λιχουδιές, όπως βούτυρο, ψωμί, τυρί, όσπρια ή κλαδί ελιάς. Όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα ήταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, «κλέβουν νερό» και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από το άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.
Τα Μπαμπαλιούρια
Στο Λιβάδι Ελασσόνας, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά βγαίνουν στους δρόμους τραγουδώντας τα Αγιοβασιλιάτικα κάλαντα και φωνάζοντας «Σουρβάσο». Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς ο επισκέπτης μπορεί να δει στο δρόμο τα «Μπαμπαλιούρια». Τα «Μπαμπαλιούρια» είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο έθιμο, που έχει τις ρίζες του στη Διονυσιακή λατρεία και αναβιώνει και στις μέρες μας. Η στολή τους αποτελείται από το «σαλβάρι», ένα μάλλινο άσπρο παντελόνι, το οποίο στερεώνουν στη μέση με μια μάλλινη άσπρη ζώνη. Το πουκάμισο που φορούν από πάνω είναι συνήθως άσπρο με φαρδιά μανίκια σαν εκείνο των τσολιάδων. Στα πόδια φορούν άσπρες καλτσοδέτες και τσαρούχια. Στη μέση φορούν ένα χοντρό μάλλινο ύφασμα, διπλωμένο πολλές φορές, όπου επάνω δένουν τα μεγάλα και βαριά κουδούνια. Στο κεφάλι φορούν ειδική μάσκα, από προβιά ζώου, τη λεγόμενη «φουλίνα». Η μάσκα αυτή είναι άσπρη ή μαύρη και έχει τρία ανοίγματα, δύο στα μάτια και ένα στο στόμα. Στα χέρια κρατούν ένα ξύλινο κυρτό σπαθί που συμπληρώνει τη φορεσιά του κάθε «Μπαμπαλιούρη».
Έτοιμα πλέον τα «Μπαμπαλιούρια» περιμένουν να τελειώσει η Θεία Λειτουργία για να ξεχυθούν στους δρόμους. Μαζί τους είναι πάντα ο «αδελφογύρτης» ο οποίος κρατάει έναν κουμπαρά και μαζεύει τα χρήματα που προσφέρει ο κόσμος. Πριν ακόμη τελειώσει η Πρωτοχρονιάτικη Θεία Λειτουργία οι «Μπαμπαλιούρηδες» έχουν πάρει θέση έξω από τις τρεις ενορίες του χωριού. Βγαίνοντας ο κόσμος από την εκκλησία τους συναντά και αιφνιδιάζεται αφού περνούν το σπαθί στη μέση τους και δεν αφήνουν κανέναν να περάσει αν δεν βάλει χρήματα επάνω σ’ αυτό. Μόλις βάλουν τα χρήματα τα παίρνει ο αδελφογύρτης και τους εύχεται Καλή Χρονιά. Μετά τις εκκλησίες τα «Μπαμπαλιούρια» πηγαίνουν στην πλατεία, και με το δυνατό θόρυβο που προκαλούν τα κουδούνια τους, τραβούν την προσοχή των ντόπιων και ξένων επισκεπτών. Φεύγοντας από εκεί, περνούν από τα καφενεία και τις καφετέριες του χωριού, και έπειτα ξεχύνονται στους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ. Αυτό το έθιμο έχει σαν σκοπό να διώξει τα κακά πνεύματα, και να είναι ήσυχη και χαρούμενη η καινούρια χρονιά.
Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς σε όλα τα σπίτια κόβεται η κρεατόπιτα με το χρυσό φλουρί, το άχυρο και το πουρνάρι σε τόσα κομμάτια όσα είναι και τα μέλη της οικογένειας. Όποιος βρει το φλουρί θεωρείται ο τυχερός της καινούριας χρονιάς και λέγεται ότι θα ζήσει πλούσια. Όποιος βρει το άχυρο λένε ότι θα παντρευτεί γεωργό και όποιος βρει το πουρνάρι θα παντρευτεί βοσκό.
Η Γουρουνοχαρά
Ένα από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα σε πολλές περιοχές της Ελλάδος και της Θεσσαλίας είναι η γουρουνοχαρά ή γρουνουχαρά.
Λέγεται πως, οι οικογένειες αγόραζαν το γουρούνι, από το μήνα Μάιο και το συντηρούσαν με κολοκύθια και πίτυρα, σε νερό, είτε στο ποτάμι. Το γουρούνι ήταν απαραίτητο για ένα αγροτικό σπίτι, καθώς από το γουρούνι έπαιρναν τη λίπα, το κρέας, τα λουκάνικα κι έφτιαχναν τα γουρνοτσάρουχα. Αποτελούσε ντροπή για το σπίτι εκείνο, που δεν είχε γουρούνι, καθώς θεωρούνταν παρακατιανό, φτωχό κι ανοικοκύρευτο.
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Το Χριστόψωμο
Το «Ψωμί του Χριστού», όπως λέει και το όνομά του το έφτιαχναν οι νοικοκυρές την Παραμονή των Χριστουγέννων, με ευλάβεια και ειδική μαγιά. Επάνω χάραζαν οπωσδήποτε το σταυρό και γύρω – γύρω έφτιαχναν διάφορα σχέδια και στολίδια με ζυμάρι. Την ημέρα των Χριστουγέννων, ο νοικοκύρης του σπιτιού, αφού σταύρωνε τα Χριστόψωμο το έκοβε σε κομμάτια και το μοίραζε στα μέλη της οικογένειας.
Το σπάσιμο του ροδιού
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία για τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και ο νοικοκύρης κουβαλά μαζί του ένα ρόδι για να το «λειτουργήσει». Κατά την επιστροφή στο σπίτι, ο νοικοκύρης πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του- και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά». Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.
Το κυνήγι
Στα χωριά Μάνης κατά τη διάρκεια της σαρακοστής των Χριστουγέννων τα παιδιά βγαίναν για κυνήγι τα βράδια, εφοδιασμένα με φακούς με καινούργια «πλάκα» και γυρίζανε στα χαλάσματα και σε σπήλαια με στόχο τους γουργουγιάννηδες, τα μικρά πουλάκια που κούρνιαζαν εκεί. Τα θαμπώνανε με το φακό και τα πιάνανε. Στη συνέχεια τα πήγαιναν στο σπίτι όπου οι νοικοκυρές τα καθάριζαν και τα πάστωναν, τα βάζανε σε πήλινα ή γυάλινα βάζα και τα έτρωγαν τα Χριστούγεννα.
ΚΡΗΤΗ
Ο χοίρος των Χριστουγέννων
Στην Κρήτη παλιότερα ήταν έθιμο να μεγαλώνει κάθε οικογένεια στο χωριό ένα γουρούνι, το «χοίρο», όπως το έλεγαν. Ο χοίρος σφάζονταν την παραμονή των Χριστουγέννων κι ήταν το κύριο Χριστουγεννιάτικο έδεσμα. Την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, οι χωρικοί έκοβαν το κρέας του χοίρου και έφτιαχναν λουκάνικα, απάκια, πηχτή, σύγλινα, ομαθιές, και τσιγαρίδες.
Αναπαράσταση της φάτνης στα Χανιά
Στην σπηλιά του Αϊ Γιάννη στην Μαραθοκεφάλα Κισάμου την παραμονή των Χριστουγέννων τελείται Αρχιερατική θεία λειτουργία. Το σπήλαιο πήρε το όνομά του από τη διαμονή και την εκκλησία του Αγίου που βρίσκεται μέσα στο σπήλαιο. Φωτεινό και μεγαλόπρεπο, πανάρχαιο και επιβλητικό έχει χωρητικότητα 3000-4000 ατόμων και τη σπάνια θέα στο κάμπο του Κολυμβαρίου. Εδώ και μερικά χρόνια, στο σπήλαιο του Αγίου Ιωάννη, καθιερώθηκε να γίνεται η παραδοσιακή αναπαράσταση της γεννήσεως του Χριστού.
Το χριστουγεννιάτικο ψωμί
Το φτιάχνουν οι γυναίκες με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή. Το ζύμωμα είναι μια ιεροτελεστία . Χρησιμοποιούν ακριβά υλικά , ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι , ροδόνερο , μέλι , σουσάμι , κανέλα και γαρίφαλα, λέγοντας: «Ο Χριστός γεννιέται , το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει.» Πλάθουν το ζυμάρι και παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα. Με την υπόλοιπη φτιάχνουν σταυρό με λουρίδες απ΄ τη ζύμη. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι. Στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδιάζουν σχήματα με το μαχαίρι ή με το πιρούνι, όπως λουλούδια , φύλλα, καρπούς, πουλάκια
ΘΡΑΚΗ
«Ρουγκάτσια»
Στο Πύθιο του Έβρου τα μικρά παιδιά έβγαιναν στους δρόμους του χωριού για να πουν τα «κόλιαντα» μια μέρα νωρίτερα από την παραμονή των Χριστουγέννων, δηλαδή στις 23 Δεκεμβρίου. Τα αγοράκια, από νωρίς το πρωί, ξεχύνονταν στα σοκάκια του χωριού και φώναζαν: » Kόλιντα,μπάμπου τσικ,τσικ,τσικ …;.» Ανήμερα τα Χριστούγεννα τα παλικάρια του χωριού χωρίζονταν σε μικρές ομάδες και γύριζαν όλα τα σπίτια. Τα Ρουγκάτσια, δηλαδή οι παρέες των παλικαριών, όταν έμπαιναν στο σπίτι κάθονταν, όπου τους έβαζαν οι νοικοκυραίοι, και τραγουδούσαν εναλλάξ δυο-δυο το παραπάνω τραγούδι. Κι αυτό για να «ξεκουράζουν» τη φωνή τους. Γιατί το τραγούδι ήταν πολύ μεγάλο, χωρίς ενδιάμεσα «ξεκουράσματα», και θα δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα. Εξάλλου έπρεπε να τραγουδήσουν σε πολλά σπίτια και μέχρι αργά το βράδυ της μέρας των Χριστουγέννων. Όταν θα ‘ρχονταν τα Ρουγκάτσια στο σπίτι έπρεπε όλα τα μέλη της οικογένειας να βρίσκονται εκεί. Σπίτι κλειστό τα Ρουγκάτσια δεν έπρεπε να βρουν. Τ
“Χριστόκλουρα”
Οι γυναίκες των Σαρακατσάνων στη Θράκη συνήθιζαν να ζυμώνουν και να φτιάχνουν τη “Χριστόκλουρα”, η οποία είναι κεντημένη. Τα κεντήματα στη “Χριστόκλουρα” αναπαριστούν πρόβατα, άλογα, τη στάνη, τη στρούγκα και άλλα στοιχεία του παλαιού καθημερινού τους βίου. Τη “Χριστόκλουρα” την τρώνε όλοι μαζί με μέλι, περιμένοντας τη γέννηση του Χριστού. Στο τραπέζι των Θρακιωτών ακόμη και σήμερα, το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, βρίσκονται εννέα διαφορετικά τρόφιμα, που το καθένα συμβολίζει στιγμές της καθημερινότητας.
Το έθιμο των Μπαμουσιαραίων
Το έθιμο των Μπαμουσιαραίων στο Ρήγιο της επαρχίας Διδυμοτείχου αναβιώνει τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων. Δύο παλικάρια μεταμφιέζονται το ένα σε μπαμπουσιάρο και το άλλο σε γυναίκα του μπαμπούσιαρου. Το πρώτο φορά μια νεροκολοκύθα στο πρόσωπο με τρύπες στα μάτια και στο στόμα, προβιές προβάτων και κρεμά στη μέση κουδούνια και στη ζώνη του ένα μεγάλο μαχαίρι. Ζουρνατζήτδες ή γκαϊντατζήδες συνοδεύουν το ζευγάρι καθώς και ένα νταουλτζή. Η άγρια και χαρακτηριστική μουσική των οργανοπαιχτών ξεσηκώνει όλο το χωριό.
Το Χριστόξυλο
Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό , το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα) στο τζάκι του σπιτιού. Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο , για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια. Έτσι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην πυροστιά το Χριστόξυλο. Ο λαός λέει ότι καθώς καίγεται το Χριστόξυλο , ζεσταίνεται ο Χριστός , εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ. Σε κάθε σπιτικό, οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το Χριστόξυλο να καίει μέχρι τα Φώτα.
Οι μωμόγεροι
Η λαϊκή φαντασία οργιάζει στην κυριολεξία σχετικά με τους καλικάντζαρους, που βρίσκουν την ευκαιρία να αλωνίσουν τον κόσμο από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, τότε δηλαδή που τα νερά είναι «αβάφτιστα». Η όψη τους τρομακτική, οι σκανδαλιές τους απερίγραπτες και ο μεγάλος φόβος τους η φωτιά. Στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας εμφανίζεται το έθιμο των μεταμφιέσεων, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους. Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται Μωμόγεροι, Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια, φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κ.λ.π.) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά. Γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα. Όταν συναντηθούν δυο παρέες κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Άλογα

Η Lamprini Tisolmi κοινοποίησε τη φωτογραφία του χρήστη Amazing Pictures In Minutes.
για το κορίτσι με τα άλογα...
Μου αρέσει!Σχολιάστε


Χριστουγεννιάτικα Φαναράκια Ευχών στο Βόλο

Χριστουγεννιάτικα Φαναράκια Ευχών στο Βόλο 

 

Xριστουγεννιάτικο δέντρο από σωσίβια στη Λέσβο

Xριστουγεννιάτικο δέντρο από σωσίβια στη Λέσβο

26 Δεκεμβρίου 2015, 12:05
ΜΥΤΙΛΗΝΗ - ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ ΑΠΟ ΣΩΣΙΒΙΑ
Διασώστες στη Λέσβο έστησαν ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο από πορτοκαλί σωσίβια προσφύγων, το οποίο αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν της σύγχρονης προσφυγιάς, που φορούν οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που φτάνουν στις ακτές της Λέσβου με τις πλαστικές βάρκες.
Το δέντρο στήθηκε στην ακτή της Νεάπολης, νότια της πόλης της Μυτιλήνης.
Την ίδια ώρα η ροή προσφύγων στο νησί συνεχίζεται με την ίδια ένταση και ρυθμό, ενώ σήμερα αναμένεται να λειτουργήσει ακόμα ένα νέο κέντρο υποδοχής μεταναστών.
Πηγή www.ethnos.gr

Ο Βόλος άναψε τα φανάρια των ευχών στην παραλία (photos)

Ο Βόλος άναψε τα φανάρια των ευχών στην παραλία (photos)
http://e-thessalia.gr/?p=194619

Εκατοντάδες Βολιώτες βρέθηκαν σήμερα στην παραλία, μπροστά από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας ανάβοντας το δικό τους φανάρι των ευχών. Πρόκειται για…
e-thessalia.gr
***
"Έκλεψα" και μερικές! Δεν άντεχα!











Μου αρέσει!Σχολιάστε

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

ΧΑΡΟΥΛΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ - Τα καλά όλου του κόσμου

ΧΑΡΟΥΛΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ - Τα καλά όλου του κόσμου 

Στον καπετάνιο μου και στην βάρκα μας!

"Χαρούμενες Γιορτές! Καλή επιτυχία, titroo!"

kyklaminovounou@yahoo.gr

Το μήνυμα περιέχει εικόνες. Δεν εμφανίζεται σωστά; Δείτε το στον browser.


Χρόνια σου πολλά


Χαρούμενες Γιορτές!

Αυτές τις γιορτές ευχόμαστε σε εσένα και τα αγαπημένα σου πρόσωπα πολλές όμορφες στιγμές!

Μια Μικρή Ανασκόπηση
Κοιτάζοντας προς τα πίσω, το 2015 ήταν για όλους εμάς μια απίστευτη χρονιά: Το titroo.gr σταδιακά άρχισε να παίρνει μορφή και άνοιξε τις πόρτες του για όλους εσάς, τους χρήστες μας. Χωρίς της παρουσία και τα σχόλια σας (τα οποία μας βοηθούν να γινόμαστε καλύτεροι) δεν θα μπορούσαμε να είχαμε φτάσει εδώ! Για αυτό, νιώθουμε την ανάγκη να σε ευχαριστήσουμε προσωπικά: Μας δίνεις απίστευτη όρεξη να συνεχίζουμε.

Γιορτές και Διατροφή (χωρίς ενοχές)
Για όλους εμάς που οι γιορτές ισοδυναμούν με διατροφικές... ατασθαλίες, ετοιμάσαμε ένα μικρό άρθρο που μπορεί να βοηθήσει ώστε να ξεφορτωθούμε τις ενοχές αλλά να απολαύσουμε και τις γιορτές! Κάνε κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο για να μεταβείς στο άρθρο:

μετάβαση σε Άρθρο Γιορτές και Διατροφή

Για άλλη μια φορά, εμείς εδώ στο titroo.gr θέλουμε να σε ευχαριστήσουμε και να σου ευχηθούμε χαρούμενες γιορτές!

φιλικά,
η ομάδα του titroo



Το titroo.gr είναι σχεδιασμένο με πολύ αγάπη ειδικά για εσένα! Θέλουμε να γνωρίζεις πως δεν μοιραζόμαστε την διεύθυνση email σου (ή άλλα προσωπικά δεδομένα σου) με τρίτους.
Διαχείριση Ειδοποιήσεων | Πολιτική Προσωπικών Δεδομένων

copyright © 2015 titroo.gr

Πας φιρι - φιρι... (Όχι, που δε θα τό 'ψαχνα!)

Πας φιρι - φιρι... (Όχι, που δε θα τό 'ψαχνα!)


ΟΙ ΓΙΕΓΙΕΔΕΣ - ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΑ & ΠΑΙΔΕΣ ΕΝ ΤΑΞΕΙ



***


Νικόλας Άσιμος- Πας φιρί φιρί.wmv 

Υγ. και σέικ και άσημος! Δύο σε ένα!

"Χορεύετε;"

Δεν προλαβαίναμε να καθήσουμε!

Άκου, ερώτηση!

Άγια οικογένεια, πού είσαι; 

Τώρα;

Μη μ' ακουμπάς, πονάει εδώ, πονάει εκεί...

γνωστά.

Ποίηση (έλα κι εσύ, χωράς, δεν το συζητάμε!)

«Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές- αγκαλιά απ'τη μέση
μετρήσαμε τ'άμέτρητα τ'άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο -παιδιακίσα πράγματα-
τον Ιούλιο κάποτε
Γι'αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σα να μη φάμε ξύλο.
Γι'αυτό αν τύχει και αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ'αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ .
Κι εκεί.» Κατερίνα Γώγου

 

Βαρέθηκα - προέκυψε σεντόνι, μουσικό- τέτοιο

Βαρέθηκα και το έψαξα!
Έτσι έρχονται τα τραγούδια, όταν έρχονται οι αναμνήσεις.
Κι όταν αυτά τα δυο δένουν, είναι για μάς, τον λαό, αθάνατες επιτυχίες και δικές μας!
Δε μπα, να μας απαγορεύουν, εμείς θα τα τραγουδάμε, ΛΕΥΤΕΡΑ! 
Μ' αρέσει το τρυπάκι... που μπήκα.
Η μέρα με πειράζει, αλλά προκειμένου να νιώσω Τιραμόλας, ας μείνω μόνη μου απόψε, να χαλαρώσω!
Να μη μάθω τίποτα!
Ούτε καλό, ούτε κακό!
Δεν είναι ότι δε με νοιάζει.
Δε θέλω να ξέρω.
Εκεί φτάσαμε.
Εκεί φτάσαμε;
Ισσοροπία χρόνου ψάχνω, για πάρτη μου. Δικαίωμα.
Οι άλλοι, πάντα θα είναι πολλοί, ποτέ δε θα τους προλάβω, ποτέ δε θα είναι ευχαριστημένοι από μένα νε, που μ' είχε η μάννα, έκτη, οπότε...
Οπότε, βάση.
Βάση στην μεσαία λευκή γραμμή του δρόμου, γιατί από δω κι από κει ομίχλη, γκρεμός, βουνό γαρ, ας έχουμε μετωπική, καλύτερα!
Με 20 πάμε, μικρή η ζημιά.
Μόνο λαχτάρα.

...Μέχρι να γράψω, πήγε στο επόμενο. (Καλά! Καμία σχέση. Συμπλήρωσα πολλά. Γι' αυτό δε γυρίζω πίσω, απόψε την πάτησα. Άμα δεν φύγουν στην ώρα τους, τέλος! Βράχος! Ούτε καν, αυτοκίνητο, λαμαρίνα... Γκαπ! Κι όλα αυτά, επειδή ανεβαίνουν οι σαίτες και αργούν!  )
"Ήσουν ωραία, όταν γελούσες, μοσχοβολούσες, σαν πασχαλιά..."
Θα φέρω πρώτο το δεύτερο, ντεν, πειράζει! και τον κλείνω τον Γιάννη, γιατί, πάει φιρί - φιρί, να βρω αγάπη άλλη!
Όσο θυμάμαι ότι κάποτε τα χόρευα αυτά τα κομμάτια και καλά, αγκκκουρρρου, νειάτα, φευγάτα... με ρεγγάτα....
Όσο θυμάμαι ότι δεν έχω ανεβάσει ακόμα τις ανθισμένες Πασχαλιές, τις Χριστουγεννιάτικες, ναι,  της γειτόνισσας, κι άλλο αγκκρρρρ.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΤΖΗΣ Ήσουν ωραία όταν γελούσες 

Αν βαρέθηκες κυρία - Γιάννης Καλατζής 

***

2 και 55 φτάσαμε στο βαρέθηκα του Άσημου.

Κι οι σαϊτιές, ακόμα! Άντε, ρε, πικάσα! Έλεος!

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ - ΒΑΡΕΘΗΚΑ 

***

Έλα, Χαρούλα Λαμπράκη! Εδώ "κυκλάμινο βουνού", αφιερωμένο εξαιρετικά με βάση στα λόγια!

Τί να λέμε;

Ερασιτεχνικοί στα παιδικά μας, θα ξεφεύγαμε στην πορεία;

Άσε μας! Ούτε όνειρο νυκτός η ευκαιρία του ίντερνετ!

ΛΑΜΠΡΑΚΗ-ΧΑΡΟΥΛΑ-ΣΟΥΞΟΥ-ΜΟΥΞΟΥ-ΤΟΥ'

***

Έπαιζε κι αυτό, να μείνει! (Ανοιχτή κι άλλη καρτέλα)

***

Δε σού λέω, τίποτα!

Χαρούλα; 

Δεν πίνω κιόλας!

Θα με βρει ο άντρας μου, όταν ξυπνήσει να πάει για δουλειά και θα με βρει να χορεύω, κανόν' σι! Θα φέρει γιατρό! Ντόκτορα... άλλου είδους!

ΧΑΡΟΥΛΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ = ΜΟΥ ΤΗΛΕΦΩΝΗΣΑΝ 

 Άντε, κι ανέβηκαν κι οι σαϊτες! 3 και 14!

Δελφίνι - δελφινάκι - Γιάννη Καλατζής και Μιχάλης Βιολάρης ~ Το δελφινοκόριτσο

Kalatzis- Καλατζής: Dolphin-little dolphin ~ Δελφίνι-δελφινάκι


Το θυμήθηκα νωρίτερα, βλέποντας ότι αργούσα.
Πήγα, το βρήκα έτοιμο, μια χαρά, το καβαλάω κιόλας, κι έφυγα!
Καπνός!
Κοντεύει δυο!
Δεν πάμε πάνω, θα μπλέξουμε, δελφινάκι μου!
***

Μόνο πέντε, Μιχάλη μου;
Δεν ανεβαίνω, μην επιμένεις!
Αύριο!
Νύσταξα!

Μιχάλης Βιολάρης ~ Το δελφινοκόριτσο



Τραγούδια με σαίτα (Σκέφτομαι φωναχτά)


Ελευθερία Αρβανιτάκη - Μη Με Φωνάξεις | Eleftheria Arvanitaki - Mi Me Fonaxis (Official Music Video) 

Υγ. Άντε, να μετατρέψεις Ελευθερία! Ακρίβηνε πολύ, κι αυτή, απαγορεύεται, εδώ και καιρό. Ειδικά οι νέες της δουλειές. Οπότε... την καταργούμε.

Έτσι πάει....

Δυστυχώς!

Πάμε παρακάτω.

Η σαϊτιά στον Άδη; 

Πήγε μία και δεκαέξι;

Χάζεψα, ψάχνοντας!

Σκιάχτηκα....

Μια μολυβιά ήταν η ζεμπεκιά μου, δεν ταιριάζει, άκυρον!

Σμοκοβίτη βρήκα στίχο, τραγούδι, γκε γκε, τον είχα και φίλο στο Δε.Στα.Πα. θα τον ρώταγα. (Θυμήθηκα και τον Νίκο Ξανθόπουλο, μού έλειψε, πρέπει να τον ξαναβρώ!)

Τέλος πάντων, αυτό θα το κρατήσω.

Είναι πολύ μεγάλο, δεν το διάβασα καλά. Δεν είνα τραγούδι, ποίημα είναι.

Ο τίτλος με τράβηξε... (ήθελα κάποτε να γίνω, τηλεφώνησα και σε αγγελία, μάλιστα! Φλογέρα είχα, φυσαρμόνικα είχα, κιθάρες δυο, ντέφι, τουμπερλέκι, φυσαρμόνικα, αρμόνιο, αμέ, μόνο που δεν ξέρω, αλλά δεν νομίζω να είχαν πρόβλημα τα πρόβατα, βουνά ελεύθερα, παντού, αλλά... δεν τους έκανα! Δεν έκατσε η δουλειά, τότε που έψαχνα απεγνωσμένα. Ήθελαν κι άρμεγμα, κ.λ.π. Αδύνατον! Α! πα πα! Έχει και λύκους! Μια χαρά είναι εδώ στην κουζίνα! Μεγάλη η παρένθεση, μετά μεγάλωσε, δεν ήταν. Τί πειράζει; Μη με παρεξηγήσουν; Δεν με πλήρωσε ποτέ κανείς, καρντιά μου, ώστε να έχει απαιτήσεις! Καλό! Ευτυχωωωωωωώς! Παχύ και απαλό το ωωωω, μη μας ακούσουν και πολλοί!)

Κατεβατό, λέμε! Τί κουράδια, τί κοπάδια, αλίμονό μου, Άδη είχε κι εκεί!

Παιδιά, εδώ, προληπτική, δεν πάμε καλά!

Να μ' ανάβετε κανένα κεράκι!

Κι εγώ θα βοηθάω! Αμέ! 

1:30, τώρα. Ψυχή βαθειά! Άμα ανεβαίνω στην ανάρτηση, αντί να κατεβαίνω, καλά πάμε!

Πάει απόψε το Φεις, πάνε κι οι φίλοι και οι ευχές! Τους ζάλισα χθες, άσε, μη με βρίσουν!

Πάμε! Μόνες μας, βοσκοπούλα μου!

Για να μη θυμηθούμε τα γουρουνάκια, τον Άγιο Νικόλαο, τον θείο, τον βιολιτζή, μια παλιά ανάρτηση, χαμένη στο υπερπέραν... ευτυχώς, θυμάμαι ακόμα, την ζωή μου!

Κόπυ, μείνε!

Βοσκοπούλα


Σε μεγάλην εξορία , σ’ ένα λαγκάδι
Μιαν ταχινήν επήγα στο κουράδι
Σε δέντρη, σε λιβάδια, σε ποτάμια
Σε δροσερά και τρυφερά καλάμια .
Μέσα στα δέντρη εκείνα τ’ ανθισμένα
Που βόσκαν τα λαφάκια τα καημένα
Στη γή τη δροσερή τα χορταράκια ,
Που γλυκοκελαϊδούσαν τα πουλάκια,
Πανώρια λυγερή, πανώρια κόρη
Ωσάν καλή καρδιά, κι ωραία στη θώρη,
Έβλεπε κάποια πρόβατα δικά τση
Κι έλαμπε σαν τον ήλιο η ομορφιά τση .
Ξανθά’ σαν τα μαλλιά στη κεφαλή της ,
Καμάρι και στολίδι το κορμί της ,
Κι η φορεσιά που φόρει ήτον άσπρη ,
Και έλαμπε σαν τον ουρανό με τ’ άστρη .
Στρέφομαι και θωρώ την μέσ’ τα μάθια
Κι εράγην η καρδιά μου τρία κομμάθια ,
Γιατί έρωτες είχαν και εδοξεύγαν
Και να με σαϊτέψουν εγυρεύγαν .
Κι ως μ’ είδασιν οι έρωτες κοντά τους,
Με προθυμιάν απλώσαν τ’ άρματά τους ,
Και παίνουσι σαϊτες και βερτόνια ,
Για να μου δώσουν κρίση την αιώνια .
Και στην καρδιά μου η σαιτιά τως σώνει ,
Είπα και το κορμί μου δεν γλιτώνει ,
Το φώς μου και τα μάτια εθαμπωθήκα
Και σε καημόν αρίφνητον εμπήκα .
Ομπ΄ρος στη βρύση πέφτω λιγωμένος
Κι η κόρη εθάρρει κι είμ’ αποθαμένος .
Λέγει: «των αμματιών μου τα παιγνιδια
Εθανατώσαν το βοσκόν αιφνίδια ».
Έρχεται προς εμένα και γνωρίζει
Πως είμαι λιγωμένος κι αρχινίζει
Να παίρνει ωσάν καλή καρδιά αέρα
Η πλουμιστή μου κι ‘άσπρη περιστέρα .
Και παίρνειν κρυό νερό από τη βρύση
Κι έρχεται προς εμένα να το χύσει .
Ραίνει και λαντουρά το πρόσωπό μου
Λογιάζοντας πως να’ ναι γιατρικό μου .
Το πρόσωπό μου ξαναραίνει πάλι
Ογιά να με συφαίρει από τη ζάλη .
Με το νερόν εκείνον μου φανίσθη
Το πώς ο λογισμός μου εξεζαλίσθη .
Κι από τη γή εμάζωξε για μένα
Βότανα και λουλούδια μυρισμένα
Τα λούλουδα κι ανθοί μυρίζαν τόσα
Νεκρόν από τον Άδη να εσηκώσα .
Με πλήσια προθυμιάν κι οι’δυό κινούμε ,
Το σπήλιον εσπουδάζαμε να βρούμε .
Τα χέρια ενός τ’ αλλού μας εκρατούμαν ,
Πασίχαροι τη στράτα επροπατούμαν .
Τη στρλατα επορπατούμαν ¨ ς’ περβολάκι
Βρίσκω βαγιά και κόβγω ένα κλαδάκι .
Κάνω γοργό πιτήδειο δαχτυλίδι ,
Δίδω το αυτής κι ένα αυτείνη δίδει .
Με τα παιγνίδια επηαίναμε στη στράτα ,
Τα δέντρη ήτον λούλουδα γεμάτα .
Επέφτασιν οι αθοί κι επεριχούσα ,
Τα κάλλη της αφλεντρας μου επλουμούσα .
Έλαμπεν ουρανός κι άστρη γεμάτος
Κι ο άνεμος εφύσα ο δροσάτος ,
Όντε στο σπήλιο σώσαμεν αιφνίδια
Με γέλια με χαρές και με παιγνίδια .
Πιάνει ψωμί , τυρί , χλωρή μαλάκα ,
Κρυόν αρνίν οφτό απάνω ς’ πλάκα
Απού’ χεν για τραπέζι κι ορδινιάζει ,
Και με σπουδή για δείπνο λογαριάζει .
Είχε και ξυδωτό κρασί δαμάκι
Σ’ ένα μικρό και πλουμιστό φλασκάκι ,
Και συγκερνά με κρύο νερό και πίνει ,
Κι απόκεις με καλεί και μένα δίνει .
Μα λέγω της : «εγώ κρασί δεν πίνω
Δεν τρώγω από το κριάς το κρύον εκείνο ,
Ά δεν θεληματέψει η ομορφιά σου
Να’ναι με το φιλίν το κάλεσμά σου».
Ως ήκουσε ήντα τσι’ πα, άφτει και σβήνει ,
Ωσάν το σφακολούλουδον εγίνη
Τα ρόδα τση επλυθήνασι και εφάνει ,
Ωσάν εις το σκοτίδι πυροφάνι .
Τα μάτια χαμηλώνει και μιλεί μου :
«Δεν ήτονε πρεπόν ούδε τιμή μου
Τέτοιας λογής αδιάντροπά να διάξω ,
Μα σένα πρέπει να καταδικάσω .
Εσύ ‘ χεις εξουσιά και πειέ και δός μου
Και θεληματικώς και στανικώς μου .
Και θέλω ά θές κι εσύ οσάν ορίζεις ,
Γιατί ποσώς δε σού ‘ φταισα , γνωρίζεις».
Έπιαμε μια και δυό συγκερασμένο
Ήτονε το πιοτό μας το καημένω
Με τα φιλιά στο δροσερόν αέρα
Και με το πιάσε ‘ νους τ’ αλλού τη χέρα .
Ο πρώτος λόγος όπου λέω στη κόρη :
«Πολλά ‘μαι κουρασμένος ‘ πό τα όρη
Κί ήθελα να μου έκανες τη χάρη
Να πήγαμε γοργός εις το κλινάρι».
Προθυμερνώς σιμώνουμε στη κλίνη ,
Θέτομαι αγκαλιασμένοι εγώ και εκείνη ,
Καιμε το παίξε, γέλασε, αρχινίζει
Όλη η ανατολή να κοκκινίζει .
Κι εις λίγην ώρα βλέπομεν τον ήλιο
Κι εξάπλωνε τς ακτίνες του στο σπήλιο’
Περιλαμπάς τον ήλιο χαιρετούμαι
Και πάμε τα κουράδια μας να βρούμε .
Και πάλε το βραδύ στον ίδιο τόπο
Εβρισκόμεσθεν με πιδέξιον τρόπο ,
Π’ άνθρωπος δεν μπορεί να το γνωρίσει
Ουδεποσώς να μας ομολογήσει .
Μα’ ρθεν εκείν’ η ώρα η πρικαμένη
Τον γέροντα τον κύρην τση ανιμένει ,
Και λέγει μου από σπέρας η κερά μου :
«Ταχιά βοσκέ να σε’ χα συντροφιά μου !
Τον κύρην μου ταχιά τον ανιμένω
Κι από το σπήλιο ουδεποσώς εβγαίνω .
Άμε και σύ στη μάντρα τη δική σου ,
Και μές το μήνα πάλε μου θυμήσου».

Ο γυριμός του βοσκού – το τέλος .

Φτάνω θωρώ το σπήλιο αραχνιασμένο ,
Με βούρκα με πηλά αναμουρδωμένο .
Αλλιάς λογής με δέχτη το καημένο
Παρά που μου’ χες πρώτα μαθημένω .
Σ’ ενού βουνού κορφή , σ’ ένα χαράκι
Ξανοίγω και θωρώ ‘να γεροντάκι,
Κι έβλεπε κάποια πρόβατα ο καημένος ,
Αδύναμος και μαυροφορεμένος .
Σφυρίζω και φωνάζω, χαιρετώ τον ,
Και για τη βοσκοπούλα αναρωτώ τον .
Με φόβο και με τρόμο του δηγούμουν
Και τά δεν ήθελ’ άκουα κι εφουκρούμουν .
Γροικώ το γέρο ομπρός κι αναστενάζει ,
Το ριζικό, τη μοίρα του ατιμάζει ,
Και κλαίοντας μου λέγει : «η πεθυμιά σου
Απόθανε , δεν είναι πλιά κοντά σου .
Γι’ αυτείνη που ρωτάς , ήτον παιδί μου ,
Θάρρος μου του φτωχού κι απαντοχή μου ,

Μα ο Χάρος τηνε πήρε από μπρός μου ,
Και εθάμπωσε τα μάθια και το φώς μου

Καλή καρδιά ‘ τον πάντα και χαρά μου ,
Ανάπαψη πολλή στα γερατειά μου ,
Μα ο λογισμός απού’ χε πάσα βράδυ ,
Παράκαιρα την έβαλε στον Άδη .
Ολημερνίς κι οληνυκτίς να κλαίγη,
Χίλια κακά τση μοίρας τση να λέγει ,
Σαν το κερί ελίγαινε όνταν άφτει ,
Ώστε που διάβην είς τη γή κι εθάφτη ,
Ποτέ τη νύκταν δεν εθώριεν ύπνο,
Ούδ’ έτρωγε το γιόμα ούδε το δείπνο ,
Έδιωχνεν από μπρός της το κουράδι ,
Που το’ χε συντροφιά κι ήσαν ομάδι .
Πολλές φορές στον ύπνο τση εξιπάτο,
Μονάχη της εμίλιε κι εδηγάτο,
Κι ώρα, τη μια μεριά κι άλλη , να πιάσει ,
Έναν καλό βοσκό που’ χεν στα δάση .
Εξύπνουν τηνε τότε και έλεγα τση,

Ίντα πολλά βαρά ‘ν’ στα όνειρά τση ,
Κι ήντα’ ναι τα δηγάται και τα λέγει.
Και παραυτάς αρχίνιζε να κλαίγει :
Κύρη, μεγάλο άδικο μου κάνεις
Να με ξυπνάς και να μ’ αναθιβάνεις ,
Εις τη χαρά που βλέπω στ’ όνειρό μου,
Τον πολυαγαπημένο το βοσκό μου.
Τα νιάμερα τση ήταν οψές, υγιέ μου .
Την ώρα που ξεψύχα εμίλησέ μου ,
Παραγγελιά μ’ αφήκε : επά στα δάση ,
Ένας καλός βοσκός θέλει περάσει ,
Μελαχρινός , λιγνός , και γελασιάρης ,
Νέος και μαυρομάτης , διωματάρης .
Και θέλει σε ρωτήξει ογιά να μάθη
Για κείνην οπού απέθανε κι εχάθη .
Και να του πής πως είναι αποθαμένη
Μα δε του λησμονά ποτέ η καημένη .
Κι ας τηνε λυπηθεί κι ας τηνε κλάψει ,
Τα ρούχα του για λόγου τση να βάψει .
Την αφορμή του’ πε πως την εχάσε
Ωσάν είδεν ο μήνας κι επεράσε ,
Ζιμιό αλησμόνησέ την, την καημένη ,
Για κείνο εθανατώθη πρικαμένη .
Κι από τη σουσσουμιά σου εκείνος είσαι ,
Και κλαίγει σε η καρδιά μου και πονεί σε ,
Γιατ’ ήθελα παιδί μου να σε κάμω ,
Κι είχαμε μιλημένα και για γάμο ».
Έκλαιγεν η καρδιά μου και εθρηνάτο
Σαν άκουσα έτοιας λογής μαντάτο ,
Ουδ’ έβλεπα, ούδ’ άκουγα , ούδ’ εθώρουν,
Στα πόδια μου να στέκω δεν εμπόρουν .
Κι αρχίνισα τη μοίρα μου να βρίζω
Το ριζικό μου ν’ αναθεματίζω ,
Τον έρωτα το ψεύτη ν’ ατιμάζω
Και μπλιό για τη ζωή μου δε λογιάζω .
«Κύρη, γονή, να ζήσης , αφεντάκι ,
μη βαρεθείς τη στράτα καμποσάκι ,
να πάμε στο μνημούρι τσι κεράς μου ,
να κάμω το κοντέτο τση καρδιάς μου.
Σε σπήλιο σκοτεινό να κατοικήσω ,
Ποτέ παρηγοριά να μη γρικήσω ,
Μα πάντα μοναχός μου να γυρίζω ,
Ούδεν να δώ ούδε ν’ αναντρανίζω .
Δίχως γαμπά , ξεπόδυτος να πηαίνω
Σ’ τόπον αγκαθερό και χιονισμένο .
Να με θωρούν γυμνό και αναμαλλιάρη
Κι όλοι να με κρατούσι διακονιάρη .
Για σφάλμα και για πάθημα δικά μου
Έβαλα εις τον Άδη τη κερά μου !!!
Να’ χα τη φτάξει ζωντανή να μάθη
Την αρρωστιά και τα πολλά τα πάθη !
Τώρα θωρώ στ’ αλήθεια μ’ απαρνήθης
Στ’ αραχνιασμένο στρώμα που εκοιμήθης
Και δεν μπορώ ο φτωχός να σου μιλήσω
Να μου συντύχης και να σου μιλήσω .
Μάτια μ’, αφόντ’ εχάσατε το φώς σας
Πλιό λυγερή μηδέν ιδήτε ομπρός σας
Και ποια παρηγοριά μπορεί να σώσει
Αλάφρωση στση πόνος μου να δώσει ;
Φίλους και συγγενείς θέλω μισήσει
Δεν θέλω να σφαγώ μα θέλω ζήσει ,
Για να’ χω πόνος , πίκρες και λαχτάρες ,
Καθημερνώς καημούς και λιγωμάρες .
Μα θέ να ζιώ και θέ να παραδέρνω ,
Χίλιες φορές την ώρα ν’ αποθαίνω ,
Τα όρη τα χαράκια να με φάσι ,
Και να’ ναι η κατοικιά μου μές τα δάση .
Μέρα , νύκτα να κλαίω να θρηνούμαι ,
Τα πάθη μου στα όρη να δηγούμαι ,
Να κάμω τα θεριά να μ’ ακλουθούσι ,
Να κλαίουν μετα μένα , να πονούσι .
Παντούρα να μην παίξω ουδέ φιαμπόλι ,
‘ς λιβάδι να μην μπώ ούδ’ εις περβόλι
Τα πρόβατά μου μπλιό να μην αρμέξω
Μα να περνώ κακόν καιρό κι αδέξο.
Το προβατάκι τ’ άσπρο τ’ μπολιάρι ,
Οπού’ χα τση κεράς μου αμπολιάρει ,
Εκείνο μόνο να’ χω μετά μένα ,
Να πηαίνομαι τα δυό συντροφιασμένα ,
Να κλαίγει αυτό τ’ αρνί κι εγώ την κόρη ,
Να πορπατούμε στα βουνά , στα όρη ,
Στην αγκαλιά μου να τ’ αποκοιμίζω ,
Το ριζικό μου το κακό να βρίζω .
Κι οντε βροντά κι αστράφτει και χιονίζει ,
Κιανείς βοσκός στα όρη δεν γυρίζει ,
Τότες εγώ στα δάση και στα όρη ,
Να κλαίγω αυτείνη τη πανώρια κόρη .
Να μην εβγεί βοσκός απου το σπήλιο ,
Τα νέφη να σκεπάσουσι τον ήλιο ,
Και να ψυγούν τα χόρτα στο λιβάδι ,
Κι από τη μάντρα να μη βγεί κουράδι .
Ούδε πουλί στο δάσο μη πετάξει ,
Και την αυγή ο κράχτης μη φωνιάξει ,
Και το αδονάκι μπλιό μη κελαδήση ,
Κι αετός ας τυφλωθεί μη κυνηγήσει .
Τη νύχτα μη προβάλλει το φεγγάρι
Εις το γθαλό να μη βρεθεί μπλιό ψάρι ,
Κι ας αποφρύξουν βρύσες και ποτάμια ,
Κι ας ξεραθούν τα τρυφερά καλάμια !!!»

 πηγή, εδώ

Ποιος το έγραψε, ρε, πιδάκι  μ', δε θα μ' πεις;

Και τα πνευματικά δικαιώματα; Λεύτερα; Όλα τα κουράδια; (Όπου κουράδι= πρόβατο, μη παρεξηγηθώ, κιόλας!)

Αχ! Τί τραβάμε και δεν το μαρτυράμε κι εμείς οι ερασιτέχνες γιουτιούμπερρρρρς!( Το ρ με στίλ)

****

Εδώ που έφτασα, για μια σαίτα, τί να λέμε;

Μέγα άλλοθι για τρελοποδίτσα...

Δεν έμαθα κι ειδήσεις!

Καλύτερα!

Καλύτερα;

...και πέτυχα και βιβλίο: "Πως να προφυλαχτείτε απ' τον σεισμό"!

Δεν τον έφερα όμως, μακριά στα ακατοίκητα όρη, στα βουνά, εκτός αν έχει βοσκοπούλες, κουράδια, ακόμα και λύκους.

Φύγε μωρέ, ανάρτηση, για ανάρτηση, για να δουν πόσες ώρες μπορεί να ξοδέψει ένας γιουτιούμπερς, ένας μπλόγγερ, κ.λ.π. απ' την ζωή του, άμα έχει μικρόβια ττττττ (απαλααααά) τττέχνης και ευαισθησίας.

Θα σού 'λεγα...!

Μείνε, μη φεύγεις, θα το ξανασκεφτώ, μην έρθουν ζουρλομανδίες!