Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στιγμές 2016. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στιγμές 2016. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Μόλις κυκλοφόρησε! "Τα κορίτσια με τις άσπρες κορδέλες" της Χαρούλας Φράγκου





Τα κορίτσια με τις άσπρες κορδέλες
Χαρούλα Φράγκου
Εκδόσεις: Γαβριηλίδης


Περιγραφή
Η ανάγκη να βρεθείς κάποτε στους χρόνους και τους τόπους της παιδικής και εφηβικής ηλικίας φαντάζει σχεδόν επιτακτική. Ηδύαλγο άγγιγμα οι μνήμες σκαρώνουν στον νου ιδανικές μεταμφιέσεις του τότε σε σύγκριση με το τώρα, έστω και αν το τοπίο καταγραφόταν άνυδρο και ξερό... Δεκαετία του ’50. Η ζωή κυλά πένθιμη. Η ανθρωπότητα έχει μόλις βγει από έναν καταστροφικό δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και η Ελλάδα από μια δύσκολη Κατοχή κι έναν επίπονο Εμφύλιο. Οι Έλληνες, όμως, τόσο μπροστά στην οικονομική όσο και μπροστά στην πολιτική κρίση επιδεικνύουν αξιοζήλευτη παλικαριά. Η φτώχεια, ωστόσο, και η ορφάνια ταλαιπωρεί ακόμη πολλές οικογένειες που έχουν χάσει τους ανθρώπους τους και αγωνίζονται απεγνωσμένα να ορθοποδήσουν. Φωλιές φιλοξενίας για ένα σμήνος άφτερων και αδύναμων νεοσσών τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και η καλοσύνη των ξένων. Οι ψηφίδες της μυθιστορηματικής αυτής ψυχογραφίας αθροίζονται στον Βόλο και στο φιλανθρωπικό Ίδρυμα του «Ασύλου». Η ζωή των πολύπαθων παιδιών, η ιστορία του Ιδρύματος παράλληλα με την ιστορία της πόλης, τη γεωγραφική και κοινωνική της δομή, τα ήθη και τα έθιμα της εποχής, αλλά και τις φυσικές καταστροφές (σεισμοί, πλημμύρες) που της κόστισαν το ρομαντικό νεοκλασικό της προφίλ, συνθέτουν το μωσαϊκό της αφήγησης. Ένα βιβλίο γραμμένο καλειδοσκοπικά: ο παιδικός πρωτοπρόσωπος λόγος της Μυρσίνης συναντά σταδιακά την ώριμη εκδοχή του ενήλικου εαυτού της και, έτσι, η κεντρική ηρωίδα μεταμορφώνεται σελίδα σελίδα στη συγγραφέα του βιβλίου. ************************************* 

Αποσπάσματα:

Παπάς και δάσκαλος, σεισμός και Τούρκοι, στην παιδική μας φαντασία έπαιρναν τη διάσταση αλλοτινής εποχής, που ωστόσο τη συγκεκριμένη στιγμή δε μας χαλούσε καθόλου. Όλο ετούτο το ξεσπίτωμα, ο φόβος και η αγωνία για το αύριο ήταν για τους μεγάλους. Για μας τις περισσότερες φορές έμοιαζε με περιπέτεια ή μ’ ένα συναρπαστικό και απρόσμενο παιχνίδι.
Γι’ αυτό όταν μετά τις πλημμύρες που ακολούθησαν τον Οκτώβρη του 1955, αποφασίστηκε να βρούμε το ταχύτερο δυνατό κάποιο σπίτι γερό για να μείνουμε, στεναχωρήθηκα. Έπαιρνε όμως χειμώνας και δε γινόταν να μας φιλοξενεί άλλο το «τσαντίρι» όπως το χαρακτήριζε υποτιμητικά η μητέρα.

Την ώρα που κατέβαινα τα σκαλιά, ένα σμάρι σπουργίτες ξεφύτρωσαν ξαφνιασμένοι μέσ’ απ’ τ’ ανθισμένα κλωνάρια και πέταξαν ψηλά με καλοστοιχημένους σχηματισμούς.
Τι ευτυχισμένα που είναι τα πουλιά, συλλογίστηκα. Μπορούν να φεύγουν όποτε θέλουν και να γυρίζουν τον κόσμο. Τα πουλιά ορίζουν με τη ζωή τους το νόημα της ελευθερίας. Σήμερα εδώ, αύριο αλλού. Έφερα στο νου, το σπίτι μας, τους φόβους της μητέρας μου. Λες να ‘χε δίκιο που πίστευε πως η δουλειά θα τη σκλάβωνε;
Γύρισα απότομα, ανέβηκα ξανά τις σκάλες, πέρασα γρήγορα, γρήγορα την κουζίνα και χωρίς να κοιτάξω κανέναν, άνοιξα την πόρτα του δωματίου της και βυθίστηκα στα σεντόνια της, ν’ ανασάνω τη μυρουδιά της.

Δεν είχαν την τύχη πολλά παιδιά να μορφωθούν παρ’ όλο που το άξιζαν.

Όταν πονάς, δεν μπορείς να χαρείς, μα όταν χαίρεσαι ξεχνάς τον πόνο.

«Απλούστατα, δε θέλω να με λυπούνται» πρόσθεσε. «Είναι το χειρότερό μου».

Από μια ηλικία και μετά, ξυπνά μέσα σου η γυναίκα, άσχετα αν με την παρουσία σου θυμίζεις ακόμη παιδί.
Και θέλεις τότε, τούτο το ξύπνημα να το δείξεις στους άλλους…
«Αφήστε με ν’ ανθίσω» τους λες, «σαν τα λουλούδια…»
Και θέλεις να φαίνεσαι όμορφη για όλους, μα πιότερο για τ’ αγόρια…
Ο Μιχάλης, ο Τάκης, ο Ευθύμης…

Θα γράψω ένα ποίημα που να μιλά γι’ αγάπη σκέφτομαι. Μα δε μου βγαίνει. Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτήν…

Πρόσεξα πως είχα ψηλώσει. Πιθανόν ήταν και τα μαλλιά μου, που έδενα ψηλά. Λέω, φορούσαμε, γιατί ένα συναίσθημα ευαισθησίας με είχε συνεπάρει τελευταία, να θέλω να ντύνομαι κι’ εγώ τα ίδια ρούχα με τα κορίτσια, όταν βρισκόμασταν τουλάχιστον όλες μαζί, για να μην ξεχωρίζω.
Η ομοιομορφία ισορροπούσε στην ψυχή μου πρώιμες σκέψεις περί ισότητας. Τι δηλαδή που δεν ήμουν τρόφιμος. Δεν μ’ άρεσε να ζηλεύουν…

«Μια μέρα θα φύγω. Όχι ακόμη… Σε λίγα χρόνια ίσως… Ο κόσμος είναι μεγάλος Μυρσίνη και θέλω να τον γνωρίσω, έχει κι αλλού ομορφιές ξέρεις…»
Άπλωσε το χέρι της κι έκοψε ένα μικρό γαλάζιο λουλούδι.
«Πάρτο», μου είπε, «να με θυμάσαι. Το λένε μη με λησμόνει…»

«Δεν μ’ αρέσει αυτό που κάνουν. Είναι σαν να ζητιανεύουν την αγάπη», μου είπε μια μέρα συλλογισμένη η Αφροδίτη. «Και την αγάπη είναι ωραία να σου την δίνουν δίχως παρακάλια, γιατί το αισθάνονται όχι γιατί τους τη ζητάς. Έτσι δεν είναι;»
Δεν μπορούσα να μην συμφωνήσω μαζί της…

Στη μικρή ιδρυματική κοινωνία η ζωή λειτουργούσε μ’ ένα τρόπο ξεχωριστό. Όταν χαιρόσουν, φοβόσουν τη λύπη και όταν έκλαιγες, έλπιζες στη χαρά.

Δεν της άρεσε ήταν αλήθεια να κάνει ό,τι οι άλλοι της επέβαλαν, αλλ’ αυτό που ο εαυτός της αποφάσιζε. Σαν είσαι όμως σε ίδρυμα, η υπακοή θεωρείται αυτονόητα η μεγαλύτερη αρετή για τους γύρω, αν και για σένα η χειρότερη φυλακή σου. Δεν υπάρχουν εδώ απαιτήσεις και «θέλω», αλλά «πρέπει» και συμβιβασμός.
«Ίσως να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος», σκέφτηκε η Δάφνη.

Χειμώνας 1958
Τα χειμωνιάτικα βράδια βαριέσαι. Είναι ατελείωτες οι ώρες της νύχτας, θαμπώνει απ’ τις πέντε, κλείνεσαι μέσα και το φως ανάβει νωρίς.
…..
Τα χειμωνιάτικα βράδια τα παιδιά θέλουν μια αγκαλιά κι’ ένα φιλί πριν κοιμηθούν, γιατί δεν είναι κουρασμένα απ’ το παιχνίδι. Κλείνουν βαριεστημένα τα τετράδια και τα βιβλία με τα μαθήματα της επομένης, σέρνονται από το ένα θρανίο στο άλλο, χασμοριούνται και περιμένουν…
Πόσο πολύ πρέπει να ξέρεις, τι θέλει τότε ένα παιδί…
Πρέπει να περιμένει λες το καημένο την μάνα που δεν έχει και τον πατέρα για ένα παραμύθι; Ή εσένα που έτυχε να ‘σαι δίπλα του, για να ακουμπήσει και να νοιώσει την ανάσα σου, πριν αποκοιμηθεί…!
Στο χαμηλό φως των διαδρόμων και πίσω απ’ τις μεγάλες παραθύρες, είναι τόσα παιδιά μόνα. Ξαπλώνουν σα έρθει η ώρα στο κρεβάτι, το ένα δίπλα στο άλλο, έτσι σαν μια μεγάλη ανθρώπινη αλυσίδα. Μερικά σωπαίνουν κοιτάζοντας το ταβάνι, άλλα κρατούν το χέρι της διπλανής τους, άλλα γελάνε και άλλα κλαιν.
Η ομαδάρχισσα παιδί κι αυτή, σκύβει και τα σκεπάζει. Περνά τα δάχτυλα και αφαιρεί με προσοχή την άσπρη κορδέλα, όπου την ξέχασαν…
Όσο κι αν θες δεν προλαβαίνεις…
-Ισμήνη διψώ.
-Κάνε υπομονή, σε λίγο θα φέξει.
-Ισμήνη κατουριέμαι.
-Ξύπνα τη Φωτεινή να πάτε στις τουαλέτες.
-Ισμήνη φοβάμαι.
-Έλα κοντά μου, να σε πάρω μιαν αγκαλιά.
……………………
………………….
…………………….

Τα χειμωνιάτικα βράδια λύνονται προβλήματα και θρέφονται όνειρα…
Αύριο το πρωί φεύγει από το ίδρυμα η Φροσούλα. Τελείωσε το Γυμνάσιο το καλοκαίρι και τώρα πάει στην Αθήνα για να σπουδάσει.
Η ώρα τ’ αποχωρισμού γεννάει αισθήματα, κάποιες περνούν στα χέρια της μικρά ενθύμια. Καρτούλες, εικονίτσες, ζωγραφιές.

Ξεφυλλίζοντας το μεγάλο βιβλίο-αρχείο που κρατούσε η δεσποινίς Κική, με τα ονόματα και τις φωτογραφίες των παιδιών, έμεινε να διαβάζει μηχανικά τον κατάλογο, μη ξέροντας πως ακριβώς να κάνει την τελευταία καταχώρηση, για το κορίτσι που έφεραν δυο μέρες πριν στο ίδρυμα. Σε όλα τ’ άλλα, δίπλα στο όνομα υπήρχε η ιδιότητα.
Πηνελόπη Α      ορφανή πατρός
Μαργαρίτα Κ    ορφανή μητρός
Ισμήνη Π           ορφανή πατρός
Ευαγγελία Χ      ορφανή μητρός
Φωτεινή Β         ορφανή μητρός
Αφροδίτη Τ        Άπορος
Ρωξάνη Δ           ορφανή γονέων
Νίκη Π                ορφανή πατρός
Ελένη Χ              χωρισμένων γονέων
Ελισάβετ Δ        ορφανή πατρός
………………………………
……………………………
Με τούτη την πρόσφατη περίπτωση είχε τελείως πελαγοδρομήσει.
Δεν της είχε ασφαλώς ξανασυμβεί ούτε και το ευχόταν.

Πέρασε κάμποση ώρα αγωνίας και φοβερής περιέργειας, αν και τα πράγματα μιλούσαν από μόνα τους. Σίγουρα κάποιο μάτι είχε πάρει την Θεοδώρα, χωρίς να φορά τα ρούχα του Ασύλου. Η είδηση έπεσε καρφωτή και να τ’ αποτελέσματα.
Όταν ξεμύτισαν απ’ το γραφείο και οι δυο τους κατακόκκινες απ’ το κλάμα, έμεινε να μαθευτεί η τιμωρία.
«Μια βδομάδα στους καμπινέδες» είπε ανάμεσα σ’ αναφιλητά, αλλά με άχτι η Θεοδώρα. Η βόλτα της είχε βγει ξινή. Η Μαργαρίτα προσπέρασε, χωρίς να μιλά. Φαινόταν μάλλον πιο βαριά η δική της ποινή. Την πήραν από πίσω πέντε, έξη κορίτσια. Με λόγια παραγορητικά, κάθισαν γύρω της στο εργαστήριο και περίμεναν.
«Θα μού κόψουν τα μαλλιά» ξεφούρνισε απότομα εκείνη και πριν προλάβει να βγάλει καλά, καλά το μαντήλι αναλύθηκε σε καινούργιους σιγανούς, σπασμωδικούς λυγμούς. Όλες κοκάλωσαν….

*********










"Κάτι" είχα μαρτυρήσει παλιότερα γι' αυτό το βιβλίο, είναι η β' κυρία με τα ημερολόγια, ΕΔΩ. 


Υγ. Μετέφερα το κατεβατό μου πίσω στα σχόλια. Όπως χωρούσε, κομματάκι - κομματάκι...

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Βιβλία που χάρισα στην Ψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου του Βόλου, για να διαβάζουν οι ασθενείς.

...Κάποτε τα έλεγα: "Τα  δώρα της μάννας"...

...Από τότε, πολλοί οι νεκροί, ανάλογα και τα "δώρα", φανερά ή κρυφά.

...Επειδή όμως, τα βιβλία "φαίνονται", κάποια έχουν αφιερώσεις (εκείνα που μού χάρισαν, όχι που αγόρασα),  όσα διάβασα έχουν σημειώσεις, γι' αυτό και η υπογραφή μου και η δημοσιότητα εδώ.

Δεν ξέρω τι φαίνεται, αν φαίνεται, μόνο έτσι μπορώ να τα κρατήσω κι εδώ (φωτογραφικώς) ως ενθύμιο και ως ενημέρωση.

...Είχα τάξει βιβλιοθήκη, 15 μόνο κατάφερα να κουβαλήσω, και με τί συνθήκες!

Έστω. Ας είναι η μαγιά, για μια καλή βιβλιοθήκη, εκεί!

Ψυχιατρική, δεν σημαίνει και τρελός!...

Σημαίνει όμως, μεγάλη εμπειρία, ακόμα κι αν μπεις σαν επισκέπτης...
Σκέψου να μπεις και σαν "ασθενής"!

Μα, την αλήθεια μου, θα έπρεπε να είναι πολύς κόσμος αυτή την εποχή, εκεί μέσα...

Θεός κοντά τους...

Υγ. Όποιο βρέθηκε μπροστά μου, στην στίβα.

Δεν είχα χρόνο για επιλογές, ούτε διάθεση.

...Έτρεχα να προλάβω πολλά, την ημέρα της γιορτής μου.

Αυτά.
Και το τούμπανο του κόσμου, ναι, δικό μου καμάρι.











Κι ένα άσμα, που μόλις έτυχε να ακούω, βάση μουσικής ροής.


...Έκανα κι εγώ την "ταραχή" μου. Και πολύ άντεξα.
...Και τα γαϊδουράκια, κάποια στιγμή, κλωτσάνε.
Υπομονή κι υπομονή, κάποτε τελειώνει.
Πολλές οι αφορμές, δεν είναι μία, δεν είναι δυο.
Διαμαρτυρήθηκα εντόνως, ενόχλησα, με θεώρησαν "άρρωστη", δεν με γνώριζαν έτσι.
7 προς μία...

Να ήταν μόνο τόσοι!
Η μία είναι σταθερή.

Πάντως, να ξέρετε πως αγαπάω την ζωή, δεν σκέφτηκα ποτέ το κακό μου.
Αν μού συμβεί κάτι, όντως, να το ψάξετε...

Η υγεία μου είναι ελέγξιμη.
Αυτά.


Τα 50 βιβλία που χάρισα στο banzaar για οικονομική ενίσχυση του Γηροκομείου Βόλου.

Κι εδώ δεν ξέρω τι φαίνεται, κι αν θα μπορέσετε να τα διαβάσετε.
Είναι τα 50 βιβλία που χάρισα στο banzaar για οικονομική ενίσχυση του Γηροκομείου Βόλου.
Και ένα τάβλι, που το κρατούσα για να το πάω, μαζί με άλλα πράγματα, αλλά το έστειλα εκεί, με πονάει να πηγαίνω εκεί, ακόμα.
Άλλωστε, δεν έγινε ακόμα και η νέα γέφυρα!...
Δεν ξέρω τι απέγιναν. Δεν ρώτησα, δεν έμαθα, πάντως ο άντρας μου τα παρέδωσε, κι ας ήταν βαρύ το κιβώτιο.
Κι από ένα ευρώ να πουλήθηκαν, που εύχομαι όχι, είναι ένα πενηντάρικο.
Αυτά.
Βιαστικά κι αυτά, γιατί έτσι κι αλλιώς, η δική μου ζωή, δεν προλαβαίνεται...
Δεν κατέχω για την δική σας...
Βράδυ Σαββάτου, κι εδώ και ώρα βρέχει.

...Την είχα ανάγκη νωρίτερα αυτή την βροχή, τώρα, ας βρέξει όσο θέλει!










Χθεσινά τα ενθύμια







Ήταν της Αγίας Αικατερίνης.
Γιόρταζα...
Ή δεν;

Όπως και να έχει, έχω ενθύμια...

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Γιάννης Μηλιώκας - Για το καλό μου


Γιάννης Μηλιώκας - Για το καλό μου

Ευχαριστώ πολύ, όλους και όλες που 'νοιάστηκαν για μένα και μ' έψαξαν, με όποιον τρόπο..

(Ποιάνει και τους άλλους, δεν ξέρω να μισώ, μόνο να φεύγω, γνωστόν!)

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Λευκόροζα, έως και μελανί τα ημερολόγια, απ' το αόρατο αίμα

Μ’ αρέσει να μιλάω για μένα, για σένα, για τον άλλον, για πολλούς και να λέω πράγματα που συνέβησαν, που είναι σημαντικά, που κάτι έχουν να πουν και στους άλλους.

Νταν και μισή. (παρά 8΄) (η καμπάνα του Αγίου Νεκταρίου, για όσους δεν ξέρουν ότι γράφω απ' ευθείας...)

Σκοπός μου, μην τους μειώσω, μην μειωθώ.
Με την συμπύκνωση δεν τα πήγαινα ποτέ μου, ιδιαίτερα καλά.
Υπήρξα πολυλογού και πολυγραφού…
Υπήρξα, ναι στο πισωγύρισμα των αναμνήσεων, μόνο σαν ένα είδος γλυκόπικρης νοσταλγίας, ναι, ως προς το δίδαγμα και συμπέρασμα της κάθε παλιοστιγμής, όχι όμως για να την διορθώσω ως λόγο ή ως γραφή, γιατί είναι αδύνατο, συν του ότι, δεν υπήρξα πλαστογράφος, ακόμα και όταν μού έβαζαν το «πιστόλι» στον κρόταφο…
…Ακόμα και τότε, έσκυβα, έσκυβα, ταπεινωνόμουν τόσο πολύ, ώστε κατάφερνα και έφευγα απ’ τον στόχο του σκοπευτή ή σκοπευτών, κι εννοείται, υλικά, χαμένη.

Αυτό, ή καλύτερα, αυτά βγήκαν σαν μια αόρατη γέφυρα, μπορεί και ορατή να με συνδέσει με ημερολόγια και ανθρώπους που γράφουν, που καταθέτουν την ψυχή τους, δηλαδή, με κείνη την αόρατη μελανή, εξ αίματος μελάνι, που δεν σβήνεται, είναι ανεξίτηλη στο αόρατο χαρτί της Ύπαρξης, που δεν σκίζεται, δεν αλλοιώνεται κι είναι σίγουρο πως θα έχει «διαβαστεί» από λίγους, μπορεί κι από πολλούς.
Κι έτσι, εφόσον θα το έχει διαβάσει η Ψυχή του Κόσμου, ο γράφων ή η γράφουσα, υπήρξε συγγραφέας ή ποιητής, σίγουρα.
Δεν πειράζει που στην ζωή ισχύει, αν εκδόσεις βιβλίο ή εάν σε διαβάσει έστω και ένας αναγνώστης (κατά Βασίλη Βασιλικού), Υπήρξες Συγγραφέας, κάτι κοντά στο Καλλιτέχνης, δηλαδή…

Υπήρξα του ενός αναγνώστη (και περισσοτέρων, δεν ξέρω ακόμα, αν είναι προτέρημα ή ελάττωμα, αυτό, τελικά) κι αυτό μού έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω πολλούς άλλους ανθρώπους που γράφουν σε πολλές κόλες χαρτιού που γεμίζουν σεντούκια και μπαούλα, ίσως και βιβλιοθήκες, δικές τους, ακόμα και άλλων.

Μεγάλο μας βγήκε το «γεφύρωμα», πάμε σε σύνδεση με το καλοκαίρι 2016.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Και στραβός να είναι ο δρόμος σου, εσύ, ίσια να πηγαίνεις...

"Και στραβός να είναι ο δρόμος σου, εσύ, ίσια να πηγαίνεις...", διδάσκει η ατημέλητη φύση.


Λουλούδι διεκδικεί κι ανθίζει

Αγαπημένο λουλούδι της μάννας.
Φύτρωσε μόνο του, εκεί σε μια γωνιά, πίσω απ' την ντουλάπα, εδώ και δυο χρόνια.
Όλο σπάει, όλο το κόβω, δε βολεύει το σημείο και να το ποτίζω, αυτό, εκεί!
Το είδα γιγαντωμένο και ανθισμένο σήμερα... χάρηκα! δεν το συζητάμε!


Διαφορά μέρας με νύχτα - Ροζ τριαντάφυλλα

Τα ροζ τριαντάφυλλά μου, με ξάφνιασαν χθες τη νύχτα που γύριζα σπίτι.
Έμεινα εκεί στα σκοτάδια, να τα θαυμάζω και να τα φωτογραφίζω.
(Τα δικά μας τα φώτα, φέγγουν ψηλά... Είναι μάλλον, για να φωτίζουν τα μπαλκόνια μας, κι όχι που πατάμε... και ποιοι περπατάνε...)
Απ' την μέσα πλευρά του κήπου, δεν τα είχα δει.
Ήλπιζα ότι σε έστω, σε μία φωτογραφία, θα μείνουν ροζζζ!
Δεν έμειναν!
(Εδώ, δεν έμειναν, άλλα και Άλλα!)

Ωστόσο, τις κρατάω. Εδώ και "αεράτες", μάλιστα!


Του γάμου

Ένα ενθύμιο αγαπημένων παιδιών, που κατάφερα να πάω.




Της βάφτισης

που δεν κατάφερα να πάω.
Αγαπημένοι όλοι, γνωστοί και άγνωστοι.


Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Φίλη χωρίς κραγιόν

...
... Τον φίλησα για άλλη μια φορά στο μέτωπο. Τον χάιδεψα, του χτένισα με τα χέρια μου τα γκριζαρισμένα του μαλλιά.
Μού φάνηκε λίγο ζεστός, δεν το είπα.
Χαμογέλασε. Ήταν το τρίτο φιλί στο μέτωπο; Μπορεί! Δεν μετρούσα. Πυρετό ήθελα να βεβαιωθώ, αν έχει, έτσι βόλευε και η επαφή, εφόσον τα χέρια ήταν μέσα απ' την κουβέρτα.
"Δεν πιστεύω να μού άφησες κραγιόν!"
Γέλασα!
"Ποιός εγώ; Μ' έχεις δει πολλές φορές με κραγιόν;"
Γέλασε! Και με ήχο! Τον χάρηκα, τόσο πολύ! Έτσι τον θέλω τον φίλο μου! Δυνατό και με χιούμορ!
Το συνέχισα...
"Άκου που φοβήθηκε μη τον δουν με κραγιόν στο μέτωπο, το πρωί και τον παρεξηγήσουν!"
Γέλαγε!
Γέλαγα κι εγώ, ενώ τα πόδια έτρεμαν. Ήθελα να του πω, ή κάνε στην άκρη να ξαπλώσω κι εγώ, είμαι ερείπιο, ή πήγαινε σπίτι σου, να μείνω εγώ εδώ, είμαι πιο άρρωστη από σένα. Εσύ, απλά, λύγισες. Δεν έχεις πείσμα, δεν θυμώνεις, κυρίως, δεν θυμώνεις με τον ίδιο τον εαυτό σου. Τον χαϊδεύεις, τον χαλάς, τον αρωσταίνεις.

Ήθελα και να του πω, ακόμα, αν ήξερα, θα φόραγα κόκκινο κραγιόν και θα σε γέμιζα, να "γελάει" μαζί σου, όλη η κλινική αύριο, αλλά, έχε χάρη, φίλε μου, αγαπημένε!
Θα γέλαγες κι εσύ τόσο, περδίκι θα γινόσουνα, είμαι σίγουρη!
Είχα μέσα στην τσάντα, νομίζω, αλλά, πού να ψάχνεις... πώς να γελάσεις... πώς να κάνεις τον κλόουν, όταν πονάς, ακόμα κι από μακριά, κι όταν δεν μπορείς να προσποιηθείς, γιατί ξέρεις καλά, πώς τα πράγματα είναι δύσκολα;

Απομακρύνθηκα, είπαμε διάφορα, περισσότερο μάλωνα. Δίδασκα... Έξω απ' τον χορό, όλα είναι εύκολα.

...Η μηχανή σκόνταφτε πάνω μου. Όλο μπροστά μου, τόσο που την είδε, κι αναγκαστικά, για να σπάσω την παγωμάρα του δωματίου, φωτογράφησα. (Ευτυχώς, είδα πριν λίγο, αυτές οι φωτογραφίες, κάπως, φαίνονται.)

..."Θα σε φωτογράφιζα κι εσένα" είπα, "αλλά δε σε θέλω, ούτε σε φωτογραφία, έτσι!"

Χαμογέλασε.
Κι εγώ.

...Αργότερα, φεύγοντας:
"Σβήσε και το φως", είπε.
"Καληνύχτα" είχαμε πει νωρίτερα, από πιο κοντά.

Τό 'σβησα κι έφυγα...





Έφυγα... από μέσα μου, τρέχοντας.
Απ' έξω μου, με τα πόδια μου... αργά, αργά... κάτι ρωτούσα. Αρνητική ήταν η απάντηση, δεν ήταν εκεί ο άλλος φίλος μου.

Άλλη μέρα θα τον δω, εκείνον! Δεν συμπέσαν τα σημεία και οι χρόνοι μας.

"Γιατί την έχεις μακριά σου την Παναγιά;" τον ρώτησα νωρίτερα.
"Γιατί όλο μάς πέφτει..."

Έτσι και με την Αγία Υπομονή, παλιότερα.
"Άθελά μου, πέφτοντας... κι Αυτήν, την έριξα", μού είχε πει, παλιότερα, με λύπη.
"Δεν το ήθελες, Αυτή, όμως, σε έσωσε!" του είχα πει, τότε και φάνηκε πως χάρηκε, γιατί το είχε πάρει αλλιώς.

Παναγιά, μαζί του! Και η Αγία Υπομονή, μαζί του!

Και το κομποσκοίνι στο χέρι του, μέσα απ' την κουβέρτα, να προσεύχεται και να ελπίζει.