Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλιοστιγμές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλιοστιγμές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Πλήρης αποσυντονισμός

Πλήρης αποσυντονισμός

Μόνο.

Ας μείνει ο τίτλος, μπας και ξεκολλήσω και πάρω μπρος, μπας και βρω την λαλιά μου και ανασυγκροτηθώ, πάλι απ' την αρχή.
Επιβάλλεται.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Γάλα. Όλη η αλήθεια. Μέρος Α' Gary Yourofsky

https://www.facebook.com/vegansgreece/videos/1725252441035602/
 Γάλα. Όλη η αλήθεια. Μέρος Α' Gary Yourofskyπαρακαλώ μοιραστείτε το βίντεο
Δημοσιεύτηκε από Greek Vegans στις Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015



Γάλα. Όλη η αλήθεια. Μέρος Α' Gary Yourofskyπαρακαλώ μοιραστείτε το βίντεο
Δημοσιεύτηκε από Greek Vegans στις Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Αρέσει σε 2.239 άτομα.
Σχόλια
Διάσωση Διασώστου
Γράψτε ένα σχόλιο...
Greek Vegans
Greek Vegans Vasilis Katsarakos Κύριε Κατσαράκο πείτε μας σας παρακαλώ από ποια πολιτεία των ΗΠΑ προέρχεται αυτό το βίντεο:

https://www.facebook.com/vegansgreece/videos/vb.1640698372824343/1672606612966852

5.138 προβολές
Greek Vegans
Πτηνοτροφείο στα Μέγαρα, 4-11-2014
Αντιγράφουμε από το www.zoosos.gr
Μια ομάδα ακτιβιστών, που δραστηριοποιείται, ώστε να αναδείξει πόσο κακοποιούνται τα ζώ...
Δείτε περισσότερα
Greek Vegans Υπάρχει κάποιος τρόπος να γνωρίζει ο καταναλωτής αν το πτώμα που τρώει προέρχεται από μονάδα στην οποία μιλάνε στα ζώα στον πληθυντικό, τους κάνουν μασάζ και περιμένουν να πεθάνουν από γηρατειά ή να αυτοκτονήσουν και όχι από κάποια άλλη όπου τα ζώα κακ...Δείτε περισσότερα
Greek Vegans
Greek Vegans Ανδρέας Φτίκας Καταρχάς σας ευχαριστούμε που μας διευκρινίσατε ότι δεν πρόκειται για φιλοφρόνηση. Πραγματικά θεωρήσαμε βέβαιο ότι η φράση "Παιδιά είστε μαλάκες" ήταν εκδήλωση θαυμασμού.

Να υποθέσουμε μια (όχι και τόσο) λεπτή δόση ειρωνείας στην απάντη...Δείτε περισσότερα
Greek Vegans
Greek Vegans Alexandros Papadopoulos Όσοι κακοποιούν ζώα, τον μισθό τους τον παίρνουν από εκείνους που καταναλώνουν ζώα. Αν δεν σας αρέσουν τα βίντεο που βλέπετε, αντί να ενοχλείστε με εμάς που τα δείχνουμε, ίσως θα έπρεπε να σταματήσετε να χρηματοδοτείτε τέτοιες σκηνές μέσω της διατροφής σας.
Greek Vegans Lefteris Katsouris Φυσικά και υπάρχει σωστό και λάθος σφάξιμο. Λάθος είναι αυτό κατά το οποίο το ζώο υποφέρει.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Της σαίτας

Εγώ είχα φύγει, ανέβηκαν οι σαίτες μου, μόνες τους. Δεν ήθελαν παρέα, είχαν φτερά!(Νόμιζα, αλλά έμεινα. Με παρέσυρε μουσικό ρεύμα αναμνήσεων, κι είμαι ακόμα εδώ. Άντε, τώρα, να μπεις στο πνεύμα της ανάπτυξης... κυρά Κατερίνα... Μπορείς; Για δοκίμασε... Σε προκαλώ. Εγώ, ναι.)

....Μούγκα.

.... Τελίτσες, κι εκεί στο διάλλειμα, μεταξύ Α και Β παραστάσεως, του "Θαύματος της αγάπης", (ΕΔΩ) αφού περπλανήθηκα και φωτογράφησα εντός του Σχολείου, βγήκα στο προαύλιο.
Ήθελα να μπερδευτώ με τα παιδάκια, τους δασκάλους, τους γλάρους, αλλά... με τί προσόντα;
Τσιγαράκι;
Ρωτάς;
Έψαξα την πόρτα, να βγω έξω, τελείως. Τα παιδιά, το Σχολείο, ακόμα και το προαύλιο, Εκκλησιά!
... Κλειδωμένη η πόρτα.
Τώρα;
Ήθελα να βγω.
Όχι, τόσο, για το τσιγάρο. Μπορώ, άμα θέλω. Δε θέλω. Κι ήθελα.
Με είδε μια ευγενέστατη δασκάλα, της είπα.
"Για να καπνίσω..."
Εύκολο ήταν να της πεις: "Μπορεί και να κλάψω, για πολλούς λόγους;"
Όχι, βέβαια!
Με ξεκλείδωσε εκτός Σχολείου, τελείως, δεν πρόλαβα να δω, Άγιο Νεκτάριο, απέναντι, πέφτει κάτι πάνω μου, το είδα κάτω μου, στη ρίζα του δέντρου.
Ήταν μια σαίτα.
Την φωτογράφησα, την πήρα, την έχω.
Δεν έχει περισσότερα.
Τόσο δοκίμασε η Κατερίνα!
Τον εαυτό της, για απόψε, φτάνει!










































Πας φιρι - φιρι... (Όχι, που δε θα τό 'ψαχνα!)

Πας φιρι - φιρι... (Όχι, που δε θα τό 'ψαχνα!)


ΟΙ ΓΙΕΓΙΕΔΕΣ - ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΑ & ΠΑΙΔΕΣ ΕΝ ΤΑΞΕΙ



***


Νικόλας Άσιμος- Πας φιρί φιρί.wmv 

Υγ. και σέικ και άσημος! Δύο σε ένα!

"Χορεύετε;"

Δεν προλαβαίναμε να καθήσουμε!

Άκου, ερώτηση!

Άγια οικογένεια, πού είσαι; 

Τώρα;

Μη μ' ακουμπάς, πονάει εδώ, πονάει εκεί...

γνωστά.

Ποίηση (έλα κι εσύ, χωράς, δεν το συζητάμε!)

«Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές- αγκαλιά απ'τη μέση
μετρήσαμε τ'άμέτρητα τ'άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο -παιδιακίσα πράγματα-
τον Ιούλιο κάποτε
Γι'αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σα να μη φάμε ξύλο.
Γι'αυτό αν τύχει και αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ'αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ .
Κι εκεί.» Κατερίνα Γώγου

 

Βαρέθηκα - προέκυψε σεντόνι, μουσικό- τέτοιο

Βαρέθηκα και το έψαξα!
Έτσι έρχονται τα τραγούδια, όταν έρχονται οι αναμνήσεις.
Κι όταν αυτά τα δυο δένουν, είναι για μάς, τον λαό, αθάνατες επιτυχίες και δικές μας!
Δε μπα, να μας απαγορεύουν, εμείς θα τα τραγουδάμε, ΛΕΥΤΕΡΑ! 
Μ' αρέσει το τρυπάκι... που μπήκα.
Η μέρα με πειράζει, αλλά προκειμένου να νιώσω Τιραμόλας, ας μείνω μόνη μου απόψε, να χαλαρώσω!
Να μη μάθω τίποτα!
Ούτε καλό, ούτε κακό!
Δεν είναι ότι δε με νοιάζει.
Δε θέλω να ξέρω.
Εκεί φτάσαμε.
Εκεί φτάσαμε;
Ισσοροπία χρόνου ψάχνω, για πάρτη μου. Δικαίωμα.
Οι άλλοι, πάντα θα είναι πολλοί, ποτέ δε θα τους προλάβω, ποτέ δε θα είναι ευχαριστημένοι από μένα νε, που μ' είχε η μάννα, έκτη, οπότε...
Οπότε, βάση.
Βάση στην μεσαία λευκή γραμμή του δρόμου, γιατί από δω κι από κει ομίχλη, γκρεμός, βουνό γαρ, ας έχουμε μετωπική, καλύτερα!
Με 20 πάμε, μικρή η ζημιά.
Μόνο λαχτάρα.

...Μέχρι να γράψω, πήγε στο επόμενο. (Καλά! Καμία σχέση. Συμπλήρωσα πολλά. Γι' αυτό δε γυρίζω πίσω, απόψε την πάτησα. Άμα δεν φύγουν στην ώρα τους, τέλος! Βράχος! Ούτε καν, αυτοκίνητο, λαμαρίνα... Γκαπ! Κι όλα αυτά, επειδή ανεβαίνουν οι σαίτες και αργούν!  )
"Ήσουν ωραία, όταν γελούσες, μοσχοβολούσες, σαν πασχαλιά..."
Θα φέρω πρώτο το δεύτερο, ντεν, πειράζει! και τον κλείνω τον Γιάννη, γιατί, πάει φιρί - φιρί, να βρω αγάπη άλλη!
Όσο θυμάμαι ότι κάποτε τα χόρευα αυτά τα κομμάτια και καλά, αγκκκουρρρου, νειάτα, φευγάτα... με ρεγγάτα....
Όσο θυμάμαι ότι δεν έχω ανεβάσει ακόμα τις ανθισμένες Πασχαλιές, τις Χριστουγεννιάτικες, ναι,  της γειτόνισσας, κι άλλο αγκκρρρρ.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΤΖΗΣ Ήσουν ωραία όταν γελούσες 

Αν βαρέθηκες κυρία - Γιάννης Καλατζής 

***

2 και 55 φτάσαμε στο βαρέθηκα του Άσημου.

Κι οι σαϊτιές, ακόμα! Άντε, ρε, πικάσα! Έλεος!

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ - ΒΑΡΕΘΗΚΑ 

***

Έλα, Χαρούλα Λαμπράκη! Εδώ "κυκλάμινο βουνού", αφιερωμένο εξαιρετικά με βάση στα λόγια!

Τί να λέμε;

Ερασιτεχνικοί στα παιδικά μας, θα ξεφεύγαμε στην πορεία;

Άσε μας! Ούτε όνειρο νυκτός η ευκαιρία του ίντερνετ!

ΛΑΜΠΡΑΚΗ-ΧΑΡΟΥΛΑ-ΣΟΥΞΟΥ-ΜΟΥΞΟΥ-ΤΟΥ'

***

Έπαιζε κι αυτό, να μείνει! (Ανοιχτή κι άλλη καρτέλα)

***

Δε σού λέω, τίποτα!

Χαρούλα; 

Δεν πίνω κιόλας!

Θα με βρει ο άντρας μου, όταν ξυπνήσει να πάει για δουλειά και θα με βρει να χορεύω, κανόν' σι! Θα φέρει γιατρό! Ντόκτορα... άλλου είδους!

ΧΑΡΟΥΛΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ = ΜΟΥ ΤΗΛΕΦΩΝΗΣΑΝ 

 Άντε, κι ανέβηκαν κι οι σαϊτες! 3 και 14!

Ο Σταμούλης ο Λοχίας - Γιάννης Καλατζής

Πώς καταντήσαμε λοχία, ποιος είμαι εγώ, ποιος είσαι εσύ;
Εμείς το πάθαμε!
Το έλεγε η ροή.


Yiannis Kalatzis: Ο Σταμούλης ο Λοχίας - Sergeant Stamouli

Δελφίνι - δελφινάκι - Γιάννη Καλατζής και Μιχάλης Βιολάρης ~ Το δελφινοκόριτσο

Kalatzis- Καλατζής: Dolphin-little dolphin ~ Δελφίνι-δελφινάκι


Το θυμήθηκα νωρίτερα, βλέποντας ότι αργούσα.
Πήγα, το βρήκα έτοιμο, μια χαρά, το καβαλάω κιόλας, κι έφυγα!
Καπνός!
Κοντεύει δυο!
Δεν πάμε πάνω, θα μπλέξουμε, δελφινάκι μου!
***

Μόνο πέντε, Μιχάλη μου;
Δεν ανεβαίνω, μην επιμένεις!
Αύριο!
Νύσταξα!

Μιχάλης Βιολάρης ~ Το δελφινοκόριτσο



Τραγούδια με σαίτα (Σκέφτομαι φωναχτά)


Ελευθερία Αρβανιτάκη - Μη Με Φωνάξεις | Eleftheria Arvanitaki - Mi Me Fonaxis (Official Music Video) 

Υγ. Άντε, να μετατρέψεις Ελευθερία! Ακρίβηνε πολύ, κι αυτή, απαγορεύεται, εδώ και καιρό. Ειδικά οι νέες της δουλειές. Οπότε... την καταργούμε.

Έτσι πάει....

Δυστυχώς!

Πάμε παρακάτω.

Η σαϊτιά στον Άδη; 

Πήγε μία και δεκαέξι;

Χάζεψα, ψάχνοντας!

Σκιάχτηκα....

Μια μολυβιά ήταν η ζεμπεκιά μου, δεν ταιριάζει, άκυρον!

Σμοκοβίτη βρήκα στίχο, τραγούδι, γκε γκε, τον είχα και φίλο στο Δε.Στα.Πα. θα τον ρώταγα. (Θυμήθηκα και τον Νίκο Ξανθόπουλο, μού έλειψε, πρέπει να τον ξαναβρώ!)

Τέλος πάντων, αυτό θα το κρατήσω.

Είναι πολύ μεγάλο, δεν το διάβασα καλά. Δεν είνα τραγούδι, ποίημα είναι.

Ο τίτλος με τράβηξε... (ήθελα κάποτε να γίνω, τηλεφώνησα και σε αγγελία, μάλιστα! Φλογέρα είχα, φυσαρμόνικα είχα, κιθάρες δυο, ντέφι, τουμπερλέκι, φυσαρμόνικα, αρμόνιο, αμέ, μόνο που δεν ξέρω, αλλά δεν νομίζω να είχαν πρόβλημα τα πρόβατα, βουνά ελεύθερα, παντού, αλλά... δεν τους έκανα! Δεν έκατσε η δουλειά, τότε που έψαχνα απεγνωσμένα. Ήθελαν κι άρμεγμα, κ.λ.π. Αδύνατον! Α! πα πα! Έχει και λύκους! Μια χαρά είναι εδώ στην κουζίνα! Μεγάλη η παρένθεση, μετά μεγάλωσε, δεν ήταν. Τί πειράζει; Μη με παρεξηγήσουν; Δεν με πλήρωσε ποτέ κανείς, καρντιά μου, ώστε να έχει απαιτήσεις! Καλό! Ευτυχωωωωωωώς! Παχύ και απαλό το ωωωω, μη μας ακούσουν και πολλοί!)

Κατεβατό, λέμε! Τί κουράδια, τί κοπάδια, αλίμονό μου, Άδη είχε κι εκεί!

Παιδιά, εδώ, προληπτική, δεν πάμε καλά!

Να μ' ανάβετε κανένα κεράκι!

Κι εγώ θα βοηθάω! Αμέ! 

1:30, τώρα. Ψυχή βαθειά! Άμα ανεβαίνω στην ανάρτηση, αντί να κατεβαίνω, καλά πάμε!

Πάει απόψε το Φεις, πάνε κι οι φίλοι και οι ευχές! Τους ζάλισα χθες, άσε, μη με βρίσουν!

Πάμε! Μόνες μας, βοσκοπούλα μου!

Για να μη θυμηθούμε τα γουρουνάκια, τον Άγιο Νικόλαο, τον θείο, τον βιολιτζή, μια παλιά ανάρτηση, χαμένη στο υπερπέραν... ευτυχώς, θυμάμαι ακόμα, την ζωή μου!

Κόπυ, μείνε!

Βοσκοπούλα


Σε μεγάλην εξορία , σ’ ένα λαγκάδι
Μιαν ταχινήν επήγα στο κουράδι
Σε δέντρη, σε λιβάδια, σε ποτάμια
Σε δροσερά και τρυφερά καλάμια .
Μέσα στα δέντρη εκείνα τ’ ανθισμένα
Που βόσκαν τα λαφάκια τα καημένα
Στη γή τη δροσερή τα χορταράκια ,
Που γλυκοκελαϊδούσαν τα πουλάκια,
Πανώρια λυγερή, πανώρια κόρη
Ωσάν καλή καρδιά, κι ωραία στη θώρη,
Έβλεπε κάποια πρόβατα δικά τση
Κι έλαμπε σαν τον ήλιο η ομορφιά τση .
Ξανθά’ σαν τα μαλλιά στη κεφαλή της ,
Καμάρι και στολίδι το κορμί της ,
Κι η φορεσιά που φόρει ήτον άσπρη ,
Και έλαμπε σαν τον ουρανό με τ’ άστρη .
Στρέφομαι και θωρώ την μέσ’ τα μάθια
Κι εράγην η καρδιά μου τρία κομμάθια ,
Γιατί έρωτες είχαν και εδοξεύγαν
Και να με σαϊτέψουν εγυρεύγαν .
Κι ως μ’ είδασιν οι έρωτες κοντά τους,
Με προθυμιάν απλώσαν τ’ άρματά τους ,
Και παίνουσι σαϊτες και βερτόνια ,
Για να μου δώσουν κρίση την αιώνια .
Και στην καρδιά μου η σαιτιά τως σώνει ,
Είπα και το κορμί μου δεν γλιτώνει ,
Το φώς μου και τα μάτια εθαμπωθήκα
Και σε καημόν αρίφνητον εμπήκα .
Ομπ΄ρος στη βρύση πέφτω λιγωμένος
Κι η κόρη εθάρρει κι είμ’ αποθαμένος .
Λέγει: «των αμματιών μου τα παιγνιδια
Εθανατώσαν το βοσκόν αιφνίδια ».
Έρχεται προς εμένα και γνωρίζει
Πως είμαι λιγωμένος κι αρχινίζει
Να παίρνει ωσάν καλή καρδιά αέρα
Η πλουμιστή μου κι ‘άσπρη περιστέρα .
Και παίρνειν κρυό νερό από τη βρύση
Κι έρχεται προς εμένα να το χύσει .
Ραίνει και λαντουρά το πρόσωπό μου
Λογιάζοντας πως να’ ναι γιατρικό μου .
Το πρόσωπό μου ξαναραίνει πάλι
Ογιά να με συφαίρει από τη ζάλη .
Με το νερόν εκείνον μου φανίσθη
Το πώς ο λογισμός μου εξεζαλίσθη .
Κι από τη γή εμάζωξε για μένα
Βότανα και λουλούδια μυρισμένα
Τα λούλουδα κι ανθοί μυρίζαν τόσα
Νεκρόν από τον Άδη να εσηκώσα .
Με πλήσια προθυμιάν κι οι’δυό κινούμε ,
Το σπήλιον εσπουδάζαμε να βρούμε .
Τα χέρια ενός τ’ αλλού μας εκρατούμαν ,
Πασίχαροι τη στράτα επροπατούμαν .
Τη στρλατα επορπατούμαν ¨ ς’ περβολάκι
Βρίσκω βαγιά και κόβγω ένα κλαδάκι .
Κάνω γοργό πιτήδειο δαχτυλίδι ,
Δίδω το αυτής κι ένα αυτείνη δίδει .
Με τα παιγνίδια επηαίναμε στη στράτα ,
Τα δέντρη ήτον λούλουδα γεμάτα .
Επέφτασιν οι αθοί κι επεριχούσα ,
Τα κάλλη της αφλεντρας μου επλουμούσα .
Έλαμπεν ουρανός κι άστρη γεμάτος
Κι ο άνεμος εφύσα ο δροσάτος ,
Όντε στο σπήλιο σώσαμεν αιφνίδια
Με γέλια με χαρές και με παιγνίδια .
Πιάνει ψωμί , τυρί , χλωρή μαλάκα ,
Κρυόν αρνίν οφτό απάνω ς’ πλάκα
Απού’ χεν για τραπέζι κι ορδινιάζει ,
Και με σπουδή για δείπνο λογαριάζει .
Είχε και ξυδωτό κρασί δαμάκι
Σ’ ένα μικρό και πλουμιστό φλασκάκι ,
Και συγκερνά με κρύο νερό και πίνει ,
Κι απόκεις με καλεί και μένα δίνει .
Μα λέγω της : «εγώ κρασί δεν πίνω
Δεν τρώγω από το κριάς το κρύον εκείνο ,
Ά δεν θεληματέψει η ομορφιά σου
Να’ναι με το φιλίν το κάλεσμά σου».
Ως ήκουσε ήντα τσι’ πα, άφτει και σβήνει ,
Ωσάν το σφακολούλουδον εγίνη
Τα ρόδα τση επλυθήνασι και εφάνει ,
Ωσάν εις το σκοτίδι πυροφάνι .
Τα μάτια χαμηλώνει και μιλεί μου :
«Δεν ήτονε πρεπόν ούδε τιμή μου
Τέτοιας λογής αδιάντροπά να διάξω ,
Μα σένα πρέπει να καταδικάσω .
Εσύ ‘ χεις εξουσιά και πειέ και δός μου
Και θεληματικώς και στανικώς μου .
Και θέλω ά θές κι εσύ οσάν ορίζεις ,
Γιατί ποσώς δε σού ‘ φταισα , γνωρίζεις».
Έπιαμε μια και δυό συγκερασμένο
Ήτονε το πιοτό μας το καημένω
Με τα φιλιά στο δροσερόν αέρα
Και με το πιάσε ‘ νους τ’ αλλού τη χέρα .
Ο πρώτος λόγος όπου λέω στη κόρη :
«Πολλά ‘μαι κουρασμένος ‘ πό τα όρη
Κί ήθελα να μου έκανες τη χάρη
Να πήγαμε γοργός εις το κλινάρι».
Προθυμερνώς σιμώνουμε στη κλίνη ,
Θέτομαι αγκαλιασμένοι εγώ και εκείνη ,
Καιμε το παίξε, γέλασε, αρχινίζει
Όλη η ανατολή να κοκκινίζει .
Κι εις λίγην ώρα βλέπομεν τον ήλιο
Κι εξάπλωνε τς ακτίνες του στο σπήλιο’
Περιλαμπάς τον ήλιο χαιρετούμαι
Και πάμε τα κουράδια μας να βρούμε .
Και πάλε το βραδύ στον ίδιο τόπο
Εβρισκόμεσθεν με πιδέξιον τρόπο ,
Π’ άνθρωπος δεν μπορεί να το γνωρίσει
Ουδεποσώς να μας ομολογήσει .
Μα’ ρθεν εκείν’ η ώρα η πρικαμένη
Τον γέροντα τον κύρην τση ανιμένει ,
Και λέγει μου από σπέρας η κερά μου :
«Ταχιά βοσκέ να σε’ χα συντροφιά μου !
Τον κύρην μου ταχιά τον ανιμένω
Κι από το σπήλιο ουδεποσώς εβγαίνω .
Άμε και σύ στη μάντρα τη δική σου ,
Και μές το μήνα πάλε μου θυμήσου».

Ο γυριμός του βοσκού – το τέλος .

Φτάνω θωρώ το σπήλιο αραχνιασμένο ,
Με βούρκα με πηλά αναμουρδωμένο .
Αλλιάς λογής με δέχτη το καημένο
Παρά που μου’ χες πρώτα μαθημένω .
Σ’ ενού βουνού κορφή , σ’ ένα χαράκι
Ξανοίγω και θωρώ ‘να γεροντάκι,
Κι έβλεπε κάποια πρόβατα ο καημένος ,
Αδύναμος και μαυροφορεμένος .
Σφυρίζω και φωνάζω, χαιρετώ τον ,
Και για τη βοσκοπούλα αναρωτώ τον .
Με φόβο και με τρόμο του δηγούμουν
Και τά δεν ήθελ’ άκουα κι εφουκρούμουν .
Γροικώ το γέρο ομπρός κι αναστενάζει ,
Το ριζικό, τη μοίρα του ατιμάζει ,
Και κλαίοντας μου λέγει : «η πεθυμιά σου
Απόθανε , δεν είναι πλιά κοντά σου .
Γι’ αυτείνη που ρωτάς , ήτον παιδί μου ,
Θάρρος μου του φτωχού κι απαντοχή μου ,

Μα ο Χάρος τηνε πήρε από μπρός μου ,
Και εθάμπωσε τα μάθια και το φώς μου

Καλή καρδιά ‘ τον πάντα και χαρά μου ,
Ανάπαψη πολλή στα γερατειά μου ,
Μα ο λογισμός απού’ χε πάσα βράδυ ,
Παράκαιρα την έβαλε στον Άδη .
Ολημερνίς κι οληνυκτίς να κλαίγη,
Χίλια κακά τση μοίρας τση να λέγει ,
Σαν το κερί ελίγαινε όνταν άφτει ,
Ώστε που διάβην είς τη γή κι εθάφτη ,
Ποτέ τη νύκταν δεν εθώριεν ύπνο,
Ούδ’ έτρωγε το γιόμα ούδε το δείπνο ,
Έδιωχνεν από μπρός της το κουράδι ,
Που το’ χε συντροφιά κι ήσαν ομάδι .
Πολλές φορές στον ύπνο τση εξιπάτο,
Μονάχη της εμίλιε κι εδηγάτο,
Κι ώρα, τη μια μεριά κι άλλη , να πιάσει ,
Έναν καλό βοσκό που’ χεν στα δάση .
Εξύπνουν τηνε τότε και έλεγα τση,

Ίντα πολλά βαρά ‘ν’ στα όνειρά τση ,
Κι ήντα’ ναι τα δηγάται και τα λέγει.
Και παραυτάς αρχίνιζε να κλαίγει :
Κύρη, μεγάλο άδικο μου κάνεις
Να με ξυπνάς και να μ’ αναθιβάνεις ,
Εις τη χαρά που βλέπω στ’ όνειρό μου,
Τον πολυαγαπημένο το βοσκό μου.
Τα νιάμερα τση ήταν οψές, υγιέ μου .
Την ώρα που ξεψύχα εμίλησέ μου ,
Παραγγελιά μ’ αφήκε : επά στα δάση ,
Ένας καλός βοσκός θέλει περάσει ,
Μελαχρινός , λιγνός , και γελασιάρης ,
Νέος και μαυρομάτης , διωματάρης .
Και θέλει σε ρωτήξει ογιά να μάθη
Για κείνην οπού απέθανε κι εχάθη .
Και να του πής πως είναι αποθαμένη
Μα δε του λησμονά ποτέ η καημένη .
Κι ας τηνε λυπηθεί κι ας τηνε κλάψει ,
Τα ρούχα του για λόγου τση να βάψει .
Την αφορμή του’ πε πως την εχάσε
Ωσάν είδεν ο μήνας κι επεράσε ,
Ζιμιό αλησμόνησέ την, την καημένη ,
Για κείνο εθανατώθη πρικαμένη .
Κι από τη σουσσουμιά σου εκείνος είσαι ,
Και κλαίγει σε η καρδιά μου και πονεί σε ,
Γιατ’ ήθελα παιδί μου να σε κάμω ,
Κι είχαμε μιλημένα και για γάμο ».
Έκλαιγεν η καρδιά μου και εθρηνάτο
Σαν άκουσα έτοιας λογής μαντάτο ,
Ουδ’ έβλεπα, ούδ’ άκουγα , ούδ’ εθώρουν,
Στα πόδια μου να στέκω δεν εμπόρουν .
Κι αρχίνισα τη μοίρα μου να βρίζω
Το ριζικό μου ν’ αναθεματίζω ,
Τον έρωτα το ψεύτη ν’ ατιμάζω
Και μπλιό για τη ζωή μου δε λογιάζω .
«Κύρη, γονή, να ζήσης , αφεντάκι ,
μη βαρεθείς τη στράτα καμποσάκι ,
να πάμε στο μνημούρι τσι κεράς μου ,
να κάμω το κοντέτο τση καρδιάς μου.
Σε σπήλιο σκοτεινό να κατοικήσω ,
Ποτέ παρηγοριά να μη γρικήσω ,
Μα πάντα μοναχός μου να γυρίζω ,
Ούδεν να δώ ούδε ν’ αναντρανίζω .
Δίχως γαμπά , ξεπόδυτος να πηαίνω
Σ’ τόπον αγκαθερό και χιονισμένο .
Να με θωρούν γυμνό και αναμαλλιάρη
Κι όλοι να με κρατούσι διακονιάρη .
Για σφάλμα και για πάθημα δικά μου
Έβαλα εις τον Άδη τη κερά μου !!!
Να’ χα τη φτάξει ζωντανή να μάθη
Την αρρωστιά και τα πολλά τα πάθη !
Τώρα θωρώ στ’ αλήθεια μ’ απαρνήθης
Στ’ αραχνιασμένο στρώμα που εκοιμήθης
Και δεν μπορώ ο φτωχός να σου μιλήσω
Να μου συντύχης και να σου μιλήσω .
Μάτια μ’, αφόντ’ εχάσατε το φώς σας
Πλιό λυγερή μηδέν ιδήτε ομπρός σας
Και ποια παρηγοριά μπορεί να σώσει
Αλάφρωση στση πόνος μου να δώσει ;
Φίλους και συγγενείς θέλω μισήσει
Δεν θέλω να σφαγώ μα θέλω ζήσει ,
Για να’ χω πόνος , πίκρες και λαχτάρες ,
Καθημερνώς καημούς και λιγωμάρες .
Μα θέ να ζιώ και θέ να παραδέρνω ,
Χίλιες φορές την ώρα ν’ αποθαίνω ,
Τα όρη τα χαράκια να με φάσι ,
Και να’ ναι η κατοικιά μου μές τα δάση .
Μέρα , νύκτα να κλαίω να θρηνούμαι ,
Τα πάθη μου στα όρη να δηγούμαι ,
Να κάμω τα θεριά να μ’ ακλουθούσι ,
Να κλαίουν μετα μένα , να πονούσι .
Παντούρα να μην παίξω ουδέ φιαμπόλι ,
‘ς λιβάδι να μην μπώ ούδ’ εις περβόλι
Τα πρόβατά μου μπλιό να μην αρμέξω
Μα να περνώ κακόν καιρό κι αδέξο.
Το προβατάκι τ’ άσπρο τ’ μπολιάρι ,
Οπού’ χα τση κεράς μου αμπολιάρει ,
Εκείνο μόνο να’ χω μετά μένα ,
Να πηαίνομαι τα δυό συντροφιασμένα ,
Να κλαίγει αυτό τ’ αρνί κι εγώ την κόρη ,
Να πορπατούμε στα βουνά , στα όρη ,
Στην αγκαλιά μου να τ’ αποκοιμίζω ,
Το ριζικό μου το κακό να βρίζω .
Κι οντε βροντά κι αστράφτει και χιονίζει ,
Κιανείς βοσκός στα όρη δεν γυρίζει ,
Τότες εγώ στα δάση και στα όρη ,
Να κλαίγω αυτείνη τη πανώρια κόρη .
Να μην εβγεί βοσκός απου το σπήλιο ,
Τα νέφη να σκεπάσουσι τον ήλιο ,
Και να ψυγούν τα χόρτα στο λιβάδι ,
Κι από τη μάντρα να μη βγεί κουράδι .
Ούδε πουλί στο δάσο μη πετάξει ,
Και την αυγή ο κράχτης μη φωνιάξει ,
Και το αδονάκι μπλιό μη κελαδήση ,
Κι αετός ας τυφλωθεί μη κυνηγήσει .
Τη νύχτα μη προβάλλει το φεγγάρι
Εις το γθαλό να μη βρεθεί μπλιό ψάρι ,
Κι ας αποφρύξουν βρύσες και ποτάμια ,
Κι ας ξεραθούν τα τρυφερά καλάμια !!!»

 πηγή, εδώ

Ποιος το έγραψε, ρε, πιδάκι  μ', δε θα μ' πεις;

Και τα πνευματικά δικαιώματα; Λεύτερα; Όλα τα κουράδια; (Όπου κουράδι= πρόβατο, μη παρεξηγηθώ, κιόλας!)

Αχ! Τί τραβάμε και δεν το μαρτυράμε κι εμείς οι ερασιτέχνες γιουτιούμπερρρρρς!( Το ρ με στίλ)

****

Εδώ που έφτασα, για μια σαίτα, τί να λέμε;

Μέγα άλλοθι για τρελοποδίτσα...

Δεν έμαθα κι ειδήσεις!

Καλύτερα!

Καλύτερα;

...και πέτυχα και βιβλίο: "Πως να προφυλαχτείτε απ' τον σεισμό"!

Δεν τον έφερα όμως, μακριά στα ακατοίκητα όρη, στα βουνά, εκτός αν έχει βοσκοπούλες, κουράδια, ακόμα και λύκους.

Φύγε μωρέ, ανάρτηση, για ανάρτηση, για να δουν πόσες ώρες μπορεί να ξοδέψει ένας γιουτιούμπερς, ένας μπλόγγερ, κ.λ.π. απ' την ζωή του, άμα έχει μικρόβια ττττττ (απαλααααά) τττέχνης και ευαισθησίας.

Θα σού 'λεγα...!

Μείνε, μη φεύγεις, θα το ξανασκεφτώ, μην έρθουν ζουρλομανδίες!

"Πες, φορές!"

Ήταν εκεί κοντά.
Ούτε που θυμάμαι, πώς το λένε!
Το έπαιζα, όμως!
Γεράματα, πάμε για Αλτσχάιμερ!

How To Make a Paper Ninja Star (Shuriken) - Origami

Σαίτα - Πως να φτιαξετε μια φοβερη σαιτα!!! (Κρατούμενη)


Πως να φτιαξετε μια φοβερη σαιτα!!! 

Η κατασκευή, δεν με επείγει. 

***

ω! ναι! Γέλασα με το πέταγμα...!

How to make a Paper Airplane: BEST Paper Planes in the World - Paper Airplanes fly far | Grey

 

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ


Σε καλό τρυπάκι, μπήκα απόψε!
Λάθος μέρα... Χριστούγεννα!
Να τελειώσει κι ο Αμερικάνος και στα υπόψιν για στιγμές που θα ανεβάζω φωτογραφίες.

Πήγα κι ήρθα... απόψε.
Θυμήθηκα τρεις Αμερικάνους, τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους!
Θυμήθηκα την λάμπα, τις σκιές στο ταβάνι, μετά το ρεύμα, το πρώτο ραδιόφωνο, οι φωνές στο ταβάνι κι η φαντασία στα κεραμίδια...
Πού πας, ρε Καραμήτραινα, Χριστουγεννιάτικα;
Α! Ναι! Κι η πρώτη φορά, ένα απόσπασμα από μάννα, σε τυπωμένο βιβλίο κι ο δαίμων του τυπογραφείου... υπέγραφε: Κατερίνα Καραθεοδώρου.
Απ' τα κάρα...
Ναι, των αλόγων...

Ας είναι, φύγαμε!

Εκεί κοντά σ' αυτά που ανέβασα, έχει πολλά Θεατρικά και Ραδιοφωνικά, να ξέρετε.

Κρατούμενη για τον φίλο που λείπει

Κρατούμενη για τον φίλο που λείπει

Νοερά, είχε αρχίσει να γράφεται, όταν τεμπέλιασα...
Μετά, τα πολλά τηλέφωνα, με πήγαν αλλού.

Γι' αυτό φίλε, κρατάω την θέση σου, για σωστή στιγμή.

Άλλωστε, τα νοερά μου, ήδη, εσύ, τα διάβασες και τα ξέρεις.

Εκείνο που δεν ήξερες, είναι που τα νοσταλγώ και ναι, λείπεις.

Ο Τάκης μας! Οδηγός ταξί στο Βόλο ντύνεται Άγιος Βασίλης και σκορπίζει χαμόγελα στους επιβάτες «Θ»

Οδηγός ταξί στο Βόλο ντύνεται Άγιος Βασίλης και σκορπίζει χαμόγελα στους επιβάτες «Θ»

25 Δεκεμβρίου 2015, 17:47
ΚΑΡΑΘΑΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Η μαγεία των Χριστουγέννων ζωντανεύει από τον Δημήτρη Καραθάνο, Βολιώτη οδηγό ταξί, ο οποίος τα τελευταία 15 χρόνια την περίοδο των εορτών ντύνεται Άγιος Βασίλης και δίνει ξεχωριστό «χρώμα» στο πνεύμα των ημερών. Με την παραδοσιακή κόκκινη φορεσιά και μία μεγάλη λευκή γενειάδα, μοιράζει χαρά στον κόσμο συνδυάζοντας την εργασία του με μία μοναδική εμφάνιση, που γίνεται δεκτή με πολλά χαμόγελα σε όσους τον αντικρίζουν στους δρόμους της πόλης.
ΤΑΞΙΤΖΗΣ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
Μία ολιγόλεπτη διαδρομή με το ταξί σε Ιάσονος και Δημητριάδος στάθηκε η καλύτερη απόδειξη της εύστοχης επιλογής του Δημήτρη Καραθάνου. Πάμπολλα τα επιφωνήματα θαυμασμού μικρών και μεγάλων στη θέα του Άγιου Βασίλη στη θέση του οδηγού. «Η πρώτη κουβέντα όλων είναι να με ρωτήσουν που είναι το δώρο τους, αλλά τους απαντάω ότι δεν έλαβα e-mail με την επιθυμία τους. Βλέπεις, είμαι μοντέρνος Άγιος Βασίλης και πλέον χρησιμοποιώ ηλεκτρονικό ταχυδρομείο», είπε χαμογελώντας, για να καταλήξει: «Οδηγώ ταξί εδώ και 37 χρόνια. Τον Οκτώβριο του 1979 έπιασα για πρώτη φορά το τιμόνι, ενώ την τελευταία 15ετία άρχισα να ντύνομαι Άγιος Βασίλης στην περίοδο των εορτών. Θέλει και τρέλα για να το κάνεις αυτό. Στην αρχή το ξεκίνησα την εποχή που είχα το βαφτισιμιό μου πιο μικρό και πήγαινε στον παιδικό σταθμό. Αργότερα που ο Μιχαήλ-Άγγελος μεγάλωσε, τον έπαιρνα μαζί στο ταξί για βοηθό μου, τον έντυνα κι εκείνον Αγιοβασιλάκι, αν και φέτος πήρε ρεπό».
Γυρίζοντας πίσω το χρόνο, όταν και αποφάσισε να φορέσει τη στολή για πρώτη φορά, θυμήθηκε χαρακτηριστικά περιστατικά: «Το 2000 επισκέφτηκα τον παιδικό σταθμό του βαφτισιμιού μου. Ξέρεις τι είναι να βλέπεις δεκάδες παιδάκια να έρχονται κοντά σου και να σου δίνουν τα γράμματα που έχουν γράψει για τον Άγιο; Δεν φαντάζεται κανείς πόση συγκίνηση παίρνεις από τέτοιες εικόνες. Την ίδια χρονιά είχα πάει και στο Γηροκομείο. Με πλησίαζαν οι ηλικιωμένοι, μερικοί μου φιλούσαν το χέρι κι εγώ τους έδινα μία καραμέλα. Ήταν απίστευτη η χαρά που ένιωθαν. Μια άλλη χρονιά έτυχε να μεταβώ στο αεροδρόμιο για δρομολόγιο. Με παίρνει τηλέφωνο ο πελάτης, ενώ ήμουν ήδη εκεί και με ρωτάει: «Μήτσε, πού είσαι;» Του απάντησα: «Είμαι απέναντί σου και δεν με βλέπεις;». Όταν έστρεψε το βλέμμα του σε μένα, έπαθε σοκ. Δεν περίμενε να με δει ντυμένο Άγιο Βασίλη».
Ο Δημήτρης Καραθάνος δεν έκρυψε ότι νιώθει και ο ίδιος παιδί με τη συνήθειά του να κυκλοφορεί έτσι κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά: «Πραγματικά ισχύει αυτό. Κάθε χρόνο το περιμένω κι εγώ με αγωνία. Όμως, με ευχαριστεί ότι κάνω τον κόσμο να χαμογελά. Στις μέρες μας είναι πολύ δύσκολο να μοιράσεις χαρά. Το παν είναι να βγαίνει από μέσα σου. Πρέπει να χαμογελάμε. Έχουμε χορτάσει από βλοσυρά βλέμματα, είναι και η κρίση πλέον… Έτσι, όταν κυκλοφορώ ντυμένος Άγιος Βασίλης, ειλικρινά δεν πληρώνεται με τίποτα αυτό».
Φτάνοντας στο τέλος της διαδρομής, όχι με το… έλκηθρο, αλλά με το ταξί του Βολιώτη αυτοκινητιστή, ο Δημήτρης Καραθάνος, δεν παρέλειψε να απευθύνει τις ευχές του για τις γιορτές: «Πάνω απ’ όλα να υπάρχει υγεία σε όλο τον κόσμο. Εύχομαι το καλύτερο για τον καθένα και τέτοιες μέρες να αφήσουμε τη μαγεία των Χριστουγέννων να ζεστάνει τις καρδιές μας».