Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

ΠΟΙΗΣΗ - Στρατής Παρέλης για Γιώτα Σπανού - Στρατή




Όταν ποιητές "παρουσιάζουν" ποιητές, όταν ποιητές "βοηθούν", χάνοντας πολύτιμο χρόνο, άλλους ποιητές, ε, τότε, υποκλίνεσαι, εύχεσαι Υγεία, Επιτυχία και Καλές εμπνεύσεις και στους δυο και "κλέβεις" ότι αιωρείται, για το νέο βιβλίο της Γιώτας, χωρίς πολλά - πολλά λόγια, γιατί απλά, δεν έχεις ποιητικά δικά σου λόγια, γιατί απλά, δεν είσαι ο ίδιος (η ίδια), ποιητής!

"ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ", Γιώτα!
"ΘΕΡΜΑ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ" για ΟΛΑ σου, Στρατή Παρέλη!

ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ...Στρατής Παρέλης..

ΕΔΩ!

ΓΙΩΤΑ ΣΤΡΑΤΗ- ΨΥΧΕΣ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΕΣ

Βλέπω την Ποίηση σαν μια "κλειστή" και σαν μια "ανοικτή" υπόθεση· βρίσκω μέσα της αντιστοιχίες που μόνο με ψυχική παιδεία μπορώ να ερμηνεύσω· μ' ακολουθεί κατά πόδας ή, μάλλον, την ακολουθώ εγώ, πεισμωμένος να περάσω την χοντρή κλωστή μέσα από την λεπτή βελόνα: να μετουσιώσω αυτό που κατάλαβα, αφήνοντας τον νου μου να δραπετεύει περιφερόμενος στα σοκάκια που συναντά τις συμμαθήτριες του λυσίκομες Αισθήσεις.
Κι όταν ανακαλύπτω αυτό το ιερατικό μυστικό που κυνηγώ μια ζωή σε κάποιον άλλον, ειλικρινά συγκλονίζομαι και μένω με την καρδιά μου ευχαριστημένη ότι επιτελείται κάπου αυτός ο ιερός Σκοπός: η Ποίηση λειτουργεί.
Ένα τέτοιο μυστηριακό θαύμα ένιωσα όταν, κάποια στιγμή και κάπως, ανακάλυψα την ποιήτρια Γιώτα Στρατή.
Είδα την λέξη να ιριδίζει όπως κι εγώ την ήθελα, είδα την τόλμη του ρήματος να γονιμοποιεί το εγωιστικό επίθετο, με σαγήνεψε η παρομοίωση, η αόρατη σαΐτα που στοχεύει στο νόημα, η μη αφηρημένη προσήλωση στο ελληνοβαρές λεξιλόγιο, η καμιά παραχώρηση στην ευκολία.
Ήξερα ότι ζει μόνιμα στην Αμερική. Αυτό μου έδινε και την συμπάθεια να συνομιλώ με έναν άνθρωπο που έχει την δυσκολία να κρατήσει ζωντανό κάτι που, ακόμα κι εμείς που ζούμε εδώ, στην πατρίδα, πολλές φορές, ούτε κι εμείς το σεβόμαστε- μιλώ, φυσικά, για την γλώσσα.
Κατάλαβα με τις πρώτες μου αναγνώσεις, την αγωνία της να μην εκτροχιάσει το τραίνο, ένιωσα πόσο καλός είναι αυτός ο μηχανοδηγός, πόσο υπεύθυνος, πόσο καλοβαλμένος.
Και χαίρομαι που οι ημέρες μου συνέπεσαν με τις δικές της και μπόρεσα να κουβεντιάσω κάποτε με έναν άνθρωπο που κρατά την σημαία της πατρίδας ψηλά, που δεν ξέχασε ποτέ ότι είναι ελληνίδα, και να χαρώ αυτόν τον ποιητικό λόγο που στολίζει το τελευταίο βιβλίο της "Ψυχές Αιωρούμενες" μιας και το ξέρω, όπως το ξέρει κι εκείνη, ότι όλες οι ψυχές που είναι παθιασμένες με κάτι, είναι πάντα διάπυρες και πάντα αιωρούμενες.
Χαίρε φίλη μου Γιώτα!

 Ιχνογράφησες
κρουνούς αγάπης, ενστερνίστηκες αστραπές συχνά ειρωνικές στη ματιά σου,
άφησες ίχνη νέας δομής, πελώρια,
για να συγκρίνουμε τα δικά μας.

Μας κληροδότησες μια γραφή που γνώριζε τη γεύση της βίας και της θωπείας, μια ποιητική φωνή Σαπφική, πρωτόλαλη που κράτησαν αποκλειστικά οι βοριάδες για της ώρες της αφής και της αντάρας.

Οι λέξεις σου, διαλεγμένες.

Οι έννοιες, αλυσίδα άσπαστη, έστω κι αν στιγμές χρονοβόρες και ζηλόφθονοι αντίπαλοι καταβρόχθισαν το μέγα της γραφής σου έργο.
                              

Στης ζωής τον κύκλο τον ατέλειωτο,
εμείς δεν έχουμε παρά να σου αφιερώσουμε τις ίμερες αχτίδες του νου μας.

Είναι μια δίκαιη αιμοδοσία στο αστείρευτο δικό σου όραμα
που αναποδογύριζε προσεκτικά μια ηθική εύθραυστη, πασχίζοντας για ελπίδα τής Αλήθειας, της δικής σου αλήθειας,
σε μια πλήρη, ολοκληρωμένη Κοινωνία,

δίχως ταυτόχρονα να απομακρύνεσαι από το αθάνατο ελληνικό,
μεγαλόπνοο Πνεύμα.

Παιδί της αστραπής,

είναι ο ποιητής που τρέμει στο πάλλευκο της νέας σελίδας. Ένας πηλός, οι λέξεις οι απανωτές, που κοχλάζει, κι απορεί πώς θα μπουν στα εκμαγεία του νου για να αναστηλώσει γκρεμισμένες αξίες.
Στης πλαγιές της μνήμης, ανέμελο το θυμάρι, θυμιατό στο φίλημα της βροχής.
Και λογίζεται,  
Πως να ανασαίνουν οι ΨΥΧΕΣ ΟΙ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΕΣ και πώς να συνετίζεται ο νους ο ατίθασος.
Τάφοι πάνω σε τάφους τα ανθρώπινα κατορθώματα, ισχυρής θέλησης, πανίσχυρης μοίρας, κι απορούμε ποία, δήθεν, ευφυολογήματα θα ξεπροβοδίσουν τον Μέγα Φόβο της ανυπαρξίας.
Αν τύχει και σέρνεται όπως η έχιδνα κάτω από ξεραμένα πλατανόφυλλα, ίσως προφτάσει να πει:
Εδώ Τετέλεσθαι!  
Ίσως προφτάσει να ζητήσει
μια θέση πέραν της Ακοίμητης Φωτιάς.
Μα, αν γίνει η παραπλάνηση, με Ανοιξιάτικα θροΐσματα ή με απόηχους καλοκαιρινών συναυλιών άγνωστο το πώς του ποιητή την καρδιά να ξεριζώσεις, π΄ αθέλητα γαντζώνεται –ίδιος κισσός γύρω στο δέντρο της μεγάλης αλλαγής.
Ο ποιητής, δεν συγκατατίθεται στον επερχόμενο καβαλάρη
του Σκότους.
Παιδί της Αστραπής ο Ποιητής, ο άξιος.
Γνωρίζει τον φόβο τον εσώτερο, λυγίζει για να μη σπάσουν οι κεραίες του, κι ενώ ακέραιες κρατά τις εντολές της έμπνευσής του -ώστε ποτέ να μην πάψει να σκέφτεται, ποτέ να μην πάψει να αισθάνεται-, διαμελίζει ότι ακριβό, ότι πολύτιμο πίκρες κι εμπειρίες του έδωσαν για να θεμελιώσει τον όρκο τον άγραφο:
Ποτέ μην υποκύψεις, ποιητή!
Ψυχή είναι η ίδια η Ποίηση.
Κι ας είναι  
ΨΥΧΕΣ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΕΣ!

*****
Το Αρχαίο ποτάμι 


Ασυνείδητος ο Σελινούς! Άγριος. Φραγμούς απεχθάνεται. Κοιμάται, ζωντανεύει, βαριανασαίνοντας απραξία.

Θυμάμαι τον άρρωστο πατέρα που δεν άντεχε να κουβαλάει σακιά με πέτρες και άμμο, πίσω από τις ευάλωτες του ποταμού όχθες κοινοτική η εντολή μέσα στο αγριοχείμωνο, κι εμάς, ένα τσούρμο παιδιά που έβραζε το αίμα και η απειρία τους, να συνδαυλίζουμε συνεχώς, την υπαίθρια φωτιά για μια ζεστή φασουλόσουπα των εργατών.

Στα ενδιάμεσα, να φτιάχνουμε αγγεία με την πλούσια ιλύ

του ποταμού.

Φέτος, μου είπαν, ο ποταμός αναπτερώθηκε στα ψηλά, και φοβερίζει εκείνους που τού στέρησαν την παραθαλάσσια εκβολή και τα ακατάληπτα ψιθυρίσματα με την υπόγεια σπηλιά της καταποντισμένης Αρχαίας Ελίκης.

*************************************************************

Απογυμνωμένη, ένδεια, η κουρασμένη μικρόπολη ψειρίζει αποφάσεις.

Οι νέοι της, προ πολλού, ταξίδεψαν.

Οι γέροι, καμπουριασμένοι, πικραίνουν τον καφέ και την βροχή.

Ο ποταμός εκδικείται.

Η φύση εκδικείται.

Φορτωμένα δαφνόδεντρα αγωνίζονται να διατηρήσουν εποχιακή οπτική ικανοποίηση.

Και το ύψος τους. Προ πάντων το ύψος τους.

Στα πόδια τους, γη χορταριασμένη, ακαθάριστη. Ακαλλιέργητη.

Πνιγμένη από αδιαφορία.

Ανανεώνουν το δηλητήριο τής οχιάς και του αστρίτη, όπου δηλώθηκαν διατηρητέα, λόγω μείωσης πληθυσμού τους!

Στην πατρίδα, τα παιδιά είναι αμελητέα για τους ιθύνοντες.

Εκεί, οι ήρωες ψάχνουν για σπαθί.

Τα παιδιά για ήρωες.

Ημιθανής Ελευθερία!

Γιατί δεν ομιλείς;

Θεέ, δώσε μου άνεμο

να ταξιδέψω την φωνή μου πριν σκοτεινιάσουν

τα αστέρια στα μάτια μου.

***********************************************

ΕΛΛΑΔΑ, ΦΩΣ ΑΙΩΝΙΟ 


Γυμνή η ψυχή από σκιές και η καρδιά από φόβους.

Σε σκέπτομαι κι αναπολώ γέφυρες που ενώνουν μα οι ποταμοί στερέψανε, κι οι ωκεανοί χωρίζουν.

Επίχρυσα νομίσματα καιρών σημαδεμένων στη θύμηση, οι ελπίδες μου.

Πόση δημιουργία σπατάλησε ο ήλιος σου -της ξεγνοιασιάς Μεσσίας!

Στις καθαρόχρωμες ακτές, σαν άτι πληγωμένο σφάδαζε ο τουρισμός.

Πόσος καιρός χαμένος, ρηχός και ανοργάνωτος.

Σ΄ ένα λιβάδι ανόργωτο, πόσες οι υποσχέσεις!

Στων εποχών το γιόρτασμα, ανεύθυνοι οι Προεστοί.

Πρόποση δίχως οίνο!

Καλωσορίζω ό,ποια αστραπή μπορεί να καθρεφτίσει

της Αρετής το πρότυπο.

Δεμένους μας κρατάνε σ΄ επώδυνη προσγείωση, κι είναι η Αλήθεια κρίμα σε Δικαστήριο κλειστό.


******************************************************************************

Μάταια αναζητάω κιθαρωδό Απόλλωνα, να σώσει την Αγάπη.

Είσαι όνειρο,

Πατρίδα μου, που δεν το σβήνει η νύχτα.

Φως, που δεν διαλύεται όταν τα μάτια κλείσουν.


Ίριδες της Κνωσού κρατώ, την Λήθη προκαλώντας για τις ψυχές που στοίβαξες στους κήπους της Ελίκης.

Στον κόρφο της Αιγιάλειας ξεσκέπασες τούς τάφους με την μορφή του εγκέλαδου, να ζωντανέψει ο μύθος.

Με τί μεγαλοπρέπεια οι κίονες των Ιώνων πρόσμεναν θυρανοίξια!

Ελλάδα! πού μου στέλνεις τον σαστισμένο λογισμό! στον πυρετό του νόστου;

Αυτές οι πτήσεις της καρδιάς, δικαιώνουν το τραγούδι, μα σπάζει η φωνή στα δυο.

Δεν είμαι παρά κρίκος μια αλυσίδας, που δονεί την χαίτη των κυμάτων, φιλί για την εσθήτα σου στον ψίθυρο τ΄ ανέμου.

*****************************************************************

Δεν είμαι παρά δάκρυ στην λιτανεία της βροχής.

Λέξη ευλογημένη, στο ποίημα των υμνωδών.

Νότα, που συμπληρώνει τ΄ ασίγαστο τραγούδι σου.

Ιέρεια, είμαι, Πατρίδα μου,

στο Απολλώνιο το φως σου.

Το Φως σου,

το Αιώνιο!

(Βραβευμένο από τον Πειραϊκό Σύλλογο, με απαγγελία μου στην Αίθουσά τους, στην Θερινή Εορτή τους, 1999)


************************************************************************

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης 

(29 Απρ. 1863-29 Απριλίου 1933)

Εύγε! Σε σένα που ευλογήθηκες

σκέψεις προκλητικές, κι ορμές απρόσκλητες

να βάζεις σε τάξη,

βάλσαμο κερνώντας μα κι ενόχληση,

σε καρδιές ξάγρυπνες.

Η σκληροτράχηλη δύναμη του «πρέπει» σε καιρούς υποκριτικά επικίνδυνους, ήταν αστέρι ευπρέπειας στη θέληση, κεραυνός ανεπίστρεπτος στη κρυφή αδυναμία.

Με τον αστερισμό σου, δεν ασχοληθήκανε, δεν μάθαμε, ως είθισται στους καιρούς μας, μα εκείνος ο του Λέοντος, κυριάρχησε στην εύθραυστη έσω ύπαρξή σου.

**********************************************************

Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

[Τα παιδιά δικάζουν κλαίγοντας για δικαιοσύνη![ [Αναρωτιέμαι ποιος να είναι ο σκοπός όπου γεννήθηκα] [ποια πατρίδα; Σύνελθε, Νου!]

                                   
Τα παιδιά δικάζουν κλαίγοντας για δικαιοσύνη!
Καρδιά περιφλεγής! Τι ανέσυρες απόψε!
Πάντα θα υπάρχουν στόματα αγευμάτιστα.
Κοιλιές πρησμένες. Μάτια ατερμάτιστα.                     
Πέλματα γυμνά. Κυρίες αρωματισμένες. Άντρες
λαίμαργοι. Ανήθικες ώρες.
Στιγμές απιστίας.
Ψυχές αλαφιασμένες.
Στην περισυλλογή δοκιμάζω λωτούς βαθύχρωμους απολαμβάνοντας το απόλυτο ωρίμασμα…
Ξένη χώρα. Ξένη ψυχή. Τουλάχιστον,
αν πέσω, ας είναι κάτι κοντά μου να συρθώ, να αναρριχηθώ,
προστατεύοντας την προσευχή.

 ***************************************************************

Αναρωτιέμαι ποιος να είναι ο σκοπός όπου γεννήθηκα, ποιοι οι μυστηριώδεις άνεμοι που τροφοδότησαν την αλλαγή μου.
Τα δάχτυλά μου, τότε, τρυπημένα από αγκάθια των αγρών και βελόνες από σχολικά κεντήματα, τώρα από την άστατη υπεργλυκαιμία…
Στα αυτιά, τότε, ο απόηχος των γδούπων τής Μπότας, ίδιος ο αντίλαλος και τώρα, στην άλλη όχθη                                                                 όπου ο ομφάλιος λώρος -αλυσίδα ατσάλινη- επανέρχεται δριμύτερος.
Μέσα μου ετοιμάζεται μια αλέγρα μουσική ενορχηστρωμένη από αλέγρους βοριάδες.
Έμπνευση ακατάλυτη, το αεικίνητο παρακλάδι μου.
Σχηματίζω χάρτινες βαρκούλες για το χάδι και για τα ερωτηματικά μάτια της εύθραυστης αθωότητας.


  ******************************************************************************                                                                
                        
Οι λαχανιασμένες ανάσες του, σχεδιάζουν χαρταετούς στην μισάνοιχτη πόρτα, λιώνοντας τον πάγο στην όψη νηπιακής προσδοκίας.
Ο κόσμος του, ένα πανηγύρι με τιτιβίσματα και κραυγές θαυμασμού που ημερώνουν τα μέσα μου.
Σιωπώ, κρατώντας τις πέρλες πίσω από τα βλέφαρα.
Το μικρό μας ψαράκι εύπλαστο.
Η γυάλα εύθραυστη. Ο ουρανός; Φως.
Ο ήλιος; Θεός. Η πατρίδα;
ποια πατρίδα; Σύνελθε, Νου!
Σταμάτα χέρι μου!
Μη καταχωρείς τα ακαταχώριστα.
Εσύ είσαι για το χάδι στα παρακλάδια σου.
Είσαι για το μπόλιασμα, για την αφή
της φλόγας, στην αγαπημένη Πατρίδα.

Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

[Αντιλαλούν οι κραυγές νηστικών μανάδων]

                 
Αν είχαν το μεσαίο αγγελούδι φυλαγμένο, θα το ονόμαζα Μαρία.
Θα άνοιγα μια αγκαλιά, έστω και με τα νύχια, παρέα να το έχω, το τυχερό μου αστέρι, να με καλοδεχτεί, να με φιλοξενήσει στο άπλετο Φως. Θεέ μου,                              
ΤΙ γράφω; Ξέρω!
ΔΕΝ είμαι η μόνη.
Τρυπούν οι αδύναμες φωνούλες τα αυτιά, φωνάζοντας την ορφάνια τους.
Αντιλαλούν οι κραυγές νηστικών μανάδων με τα πεσμένα στήθια, ράπισμα των σάπιων ευνοουμένων της χορτασμένης Τάξης.
Οι άνδρες, έχουν αγριέψει.
Ίσως ποτέ τους δεν ηρέμησαν.
Τα κοστούμια, υποκρισία.
Οι χλαμύδες, φανατισμός.
Όσο βαθύτερα εντρυφάς στην Ιστορία, τόσο σαρκοβόρες τίγρεις και λέοντες ξεπετάγονται.
Οι γυναίκες; Κορμιά, προς εύκολη λεία.      
Ο νους;
Άγνωστος Χ !

Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

Στον ύπνο μου,

                                                                                                                                                                     
Στον ύπνο μου,

μα και στον ξύπνιο μου,
οι σκιές δεν λείπουν.
Τις προκαλώ.
Δεν απαντούν.
Η σιωπή τους σπάζει στις λέξεις.
Ουρανέ μου!
Τα γαλάζια μάτια σου, πώς αντέχουν τόση λαμπρότητα.
Τα δαντελωτά σου χείλη, πόσα μυστικά κρατούν, ω! θάλασσά μου.
Μεθυσμένες κι οι αλκυονίδες από το λυκαυγές που μετράει τα σκαλιά τής αρχόντισσας γνώσης.
Πατρίδα μου!
Ο φθόνος, τόσο επιμελημένος,
γλιστράει σαν δελφίνι στα μυθικά σπλάχνα σου.
Μεθοδικά μεταμορφώνουν την εικόνα σου, τρυπούν το Άγιο Κορμί σου για να αρπάξουν το Πνεύμα σου.
Τροποποιούν τον αμέτρητο πλούτο των εννοιών σου για να φορτίσουν την τραγική, σύγχρονη τεχνολογία σου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στυγνή για αυτούς παραδοχή ότι Υπάρχεις.
Λες και δεν είσαι Αρκετή.
Αδίστακτα μπήγουν τα σπαθιά                                
στων παιδιών τα μάτια, ξεριζώνοντας Πίστη.
Τραγουδούν τις νύχτες στις ανάσες της φωτιάς, πυρώνοντας υποχθόνια σπέρματα στείρας συνείδησης.
Τα παιδιά σου στοχεύουν,
Πατρίδα μου!
Να βλέπουν τον Σταυρό πεταμένο στην άκρη τού δρόμου και να προσπερνούν την δική σου μονοθεϊστή πρόγνωση.
Να ομιλούν σε άχρωμες γλώσσες, επιστρέφοντας στους γρυλλισμούς ενός αβάφτιστου σκοταδιού.
Φοράς τα νησιά σου διαμάντια στο στήθος σου,
Πατρίδα μου.
Τα πόδια σου, Ιωνικές κολόνες, τρέμουν στην κραιπάλη των υποτιθέμενων φίλων που λερώνουν το χώμα σου.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
                                                    
Σείεται η Γη σου από αγανάκτηση, κι εσύ αγνοείς το ευλογημένο χαμόγελο της Αγάπης.
Καρφί ματώνει την απόδημη καρδιά μου.                                                                 Πατρίδα!
Το ταξίδι μου, στην χώρα των λωτοφάγων, ουτοπία. Αναρωτιέμαι πόσο σκοτάδι μπορεί να κρυφτεί  στα  νοτισμένα μάτια.
Όλοι, πλέον, γνωρίζουν τα πάντα, ισορροπώντας την αμάθεια. Ψηλαφώ τις αυλόπορτες που άνοιξα, τις πόρτες που έκλεισαν γελώντας στο πρόσωπό μου.
Αναίτια.
Παρακολουθώ τα παιδικά σχήματα που οι άνεμοι ζωγραφίζουν με σύννεφα.
Δεν σε αναγνωρίζω, ουρανέ μου!
Στου Αγίου Μιχαήλ, το περιβόλι μας είναι τριθέσιο.
Δίχως τοίχους τσιμεντένιους.
Η γη στην απλότητά της.
Έτοιμοι.
Να μας δεχτεί.

Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

Ασθμαίνον δεντρί

...στη δίνη του ανέμου,
σαν λάβα,
ακατέργαστος ο πόθος κοχλάζει!
Αδέσμευτη μνήμη, για πες μου, αχ! πες μου,
η γη πώς χαράζει τους νέους της δρόμους, να γίνω νεράιδα, να πιώ στη πηγή της, να λύσω τα μάγια, να δέσω βοριάδες πολύλαλους που μαστιγώνουν και σφυρίζουν
κι αρμύρα ποτίζουν τον κόρφο της μάνας…
Δεντρί κουρασμένο,
αθώα τα δάχτυλα,
αθώα τα μάτια.
Η άβυσσος ξέχασε θαμπές ηλιαχτίδες
ν΄ ανάψει στο ξύπνημα…
Η νύχτα αντέχει.

 Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

Κόρη,

Το όραμα
κρατά το κεφάλι, ψηλά.

Το επτασφράγιστο μυστικό, αινιγματικά,
σέρνεται στα τοξωτά χείλη.

Καλπάζει η φύση
κι ας μοιάζει αργοκίνητη.

Α! κόρη, που αποφεύγεις τον ήλιο μου...
η δική μου άνοιξη με προσπέρασε αδιάφορη.

Ακόμη αποκρυπτογραφώ
τις αρχαίες σκιές της.


Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

ΝΥΧΤΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ

                                                         
Συμβαδίζοντας με το φως, ο κόσμος μειδιούσε στην άνοιξη των ματιών της.
Στην οδό Λωτών, οι ελπίδες φτερούγιζαν, πεταλούδες ανώριμες...
Οι απαιτήσεις ασελγούσαν στου χρόνου το πεντάγραμμο.

Οι προσδοκίες ωρίμαζαν αγριοκέρασα πίσω
από το φράχτη
όπου ριγούσε το χρυσόλευκο αγιόκλημα.

Τρεμούλιαζε η γη στο κάθε βήμα της,
απορροφώντας το μυστικό της.

Κόρη της μπακιρένιας σελήνης, 
η Φύση διαλέγει απερίσκεπτα τις εστίες της.
Εμείς, μοιάζουμε έτοιμοι 
στα αόρατα δίχτυα της,
θύματα
απροσάρμοστης αυτοπεποίθησης.


Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

Θάλαττα, Θάλασσα.


Αρχή και τέλος μου.

Τα μυστικά σου χρυσός άπεφθος , απεκδύονται αντιφωνήσεις. 

Παλίμψηστες υπογραφές αντιστρατεύονται ερευνώντας παρελθόντα χρόνο.

Φρούδες εικασίες.

Αντιτείνουν σύγχρονες επιτεύξεις.

Οι αφροί της θάλαττας, αξεδιάλυτα αντιτεχνάσματα ανύφαντων προικιών ενάντια στην ύπουλη υπομονή των μνηστήρων.

Μοιχαλίδες της σκέψης, μολαταύτα μολυσματικές.

Ανελέητος κι ο βυθός.

Απαυγάζοντα κύματα στα φιλιά του Ήλιου... συριστικό το τραγούδι των απείθαρχων ανέμων.

Μονάρχης μιαρός, ο Τρίτωνας, αναμοχλεύει την αναμφίβολη αίγλη τής Περσεφόνης.

Το βασιλικό ανάκλιντρο αναθυμιάζει αναβρασμούς αμύητων. Αμφισβητήσιμα, αμφίστομα τα πορίσματα,.

Απένθητες οι φιλίες.

Απέριττη η Αλήθεια.

Κρυφά οι απάτριδες γοργόνες ρωτούν την γαλάζια πανσέληνο

Αν το Φως δανείζεται.

Αν το Σκότος είναι απάνθρωπο.

Αν η Αγάπη υπάρχει μόνο για τους τυχερούς…

Σπαραγμός αντιθέσεων.

Στερητικά φωνήεντα…

Η θάλασσα, κρατάει τα μυστικά της απροσπέλαστα.

Πόσο θλίβομαι! 



Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."


Η γοητεία των γιασεμιών.

                                      

Τρέμει η άτρωτη ομορφιά μπρος στης φθοράς την σκέψη. Λιποθυμούν τα γιασεμιά.
Φιλόδοξες οι ντάλιες.
Άνοιξη και Φθινόπωρο, υπεροχή και φθόνος.
Κορμοστασιά ορθόστηθη.
Οι αστραπές στο βλέμμα.
Ρόδου χροιά στις παρειές.
Τα χείλη, παπαρούνες.
Φρέσκο-ανθισμένα γιασεμιά, ανασαιμιά στον
κόρφο…
Εμπρός, ανοιχτός ορίζοντας.
Ο ανήφορος τρομάζει.
Η μοναξιά της ερημιάς, θεριό στα μονοπάτια.
Άρτεμις, που τα βέλη της στοχεύουν στην καρδιά σου, έχει στη γνώση την φθορά και στο βαθύ σκοτάδι.
Στην θέρμη της υπόσχεσης στο μέλλον να ριζώσει, βλέπει ουτοπία το Όραμα.
Τα γιασεμιά χλομιάζουν, ως που να γίνει οδυρμός του Φθινοπώρου η ώρα.

                                                       
Από το βιβλίο της ποιήτριας, "Ψυχές αιωρούμενες.."

1 σχόλιο:

Κατερίνα Σταματίου - Παπ είπε...

Ο/Η Κατερίνα Σταματίου - Παπ είπε...
Σας έκλεψα στα γρήγορα, έτσι όπως ο χρόνος μού επιτρέπει την συγκεκριμένη στιγμή.
http://gianayparxw2015.blogspot.gr/2015/08/blog-post_31.html

Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2015 1:17:00 π.μ.