Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Κι είπα! - Μα κι εγώ, σ'αγάπησα!

..."Ανθίζουν" γρήγορα οι μέρες και οι νύχτες μου, τελευταία, δεν τις προλαβαίνω.
...Γεμίζω τα "καλάθια" μου, αδειάζω, ξεδιαλέγω, λαίμαργη και συλλέκτρια "ανθέων", μια ζωή, δεν κατάλαβα πάλι!
Πώς γέμισε ο δίσκος μου;
Έπρεπε, πάλι, να σβήσω...
Τί να σβήσεις;
Τί ν' αφήσεις;
"Ας σβήσω εμένα, κρατώντας, με, όμως!" είπα.

...Και με κράτησα, για να με σβήσω, γρήγορα και άπονα.

Είπα ακόμα:
"Τρέχει η ώρα. Δεν προλαβαίνεις να κάνεις, τίποτα, απόψε!"

...Κι είπα, μετά:
"Αφού τρέχει, αφού έχασα το πλοίο με την γρήγορη σειρήνα των ειδήσεων και της ενημέρωσης, θα κολυμπήσω αργά - αργά, ας είναι και νύχτα, σε βάθος χρόνου, στο νυχτερινό λιμάνι του "απόψε" και μέσα μου.

Ο χρόνος έτρεχε, λέξεις μ' ακολουθούσαν γλυκά:
"Εγώ, να ξέρεις, σ' αγάπησα!..."
κι αναμνήσεις με καράβια, με χρυσούς δίσκους που σέρβιραν καφέ και βιβλία, με καράβια με πανιά και χωρίς πανιά.

Πίσσα σκοτάδι, μετά το τόσο φως, με αφορμή την βραδιά ποίησης, αφιερωμένη στο ξεχωριστό, ποιητικό έργο της Χαρούλας Ηλία - Φράγκου, τόσα άτομα, πώς χώρεσαν σε έναν τόσο μικρό χώρο;

Τόση αγάπη, με πόσα πόδια ήρθε;

Τί να κρατήσεις;
Πού να τα χωρέσεις, αυτά που φαίνονται, εκείνα που όχι, και όσα εννοούνται ή ΘΑ, μπορούσαν να "μεταφραστούν";
Καντάρια ποίησης, δεμένα με σμαραγδένιες νότες, κολλήσαμε...

Άλαλη, ναι, με καρδιά που πάλλονταν παράξενα, καρέκλα δεν υπήρχε, κι όμως... είχα γίνει ένα με το πιάνο, σα χαλασμένη νότα που ξέφυγε από χαλασμένο κλειστό, όμως, πιάνο, έγινα...
Aχ! βόγγηξε η μέση μου, όταν ξέσπασαν τα μεγάλα, εκείνα, της αλήθειας παλαμάκια, τόσο που η ηθελημένη άσκηση, να ενωθούν τα χέρια με τους χτύπους της καρδιάς, ήταν τελικά και το φάρμακο, να πάρει το σώμα την σωστή του θέση, να μείνει όρθιο, χωρίς να πονά.

...Κι είπα, αφού ευχαρίστησα και τον Πασχάλη, που δεν τον ήξερα, μα κάποια στιγμή, τού έδωσα την μηχανή μου, με τόσο θάρρος και θράσος και απαίτηση, άλαλη, ναι, μα, το εννοούσε η κίνηση:
"Βόηθα με, νέε μου, γιατί εμένα τα χεράκια μου, τρέμουν. Τα μάτια μου δεν με βοηθούν, ούτε τα ψεύτικα. "Δες, δείχνει μάτια ή τζάμπα τραβάω;" Το κορμί μου, κάπως αργά πήρε λάθος θέση πιάνου, βόηθα με, γιατί βρέθηκες πλάι μου και δεν γίνεται να κάνεις αλλιώς..."
Δεν τα είπα.
Κατάλαβε το παιδί.
Γεράματα και κουσούρια, πάνε μαζί.
Όλων των ειδών.

Κι ύστερα, ξεπαστωθήκαμε.
Η εκδήλωση τελείωσε, κόσμος ασπάζονταν ζεστά την τιμώμενη Χαρούλα και όλους τους συντελεστές, κι όλοι χαρούμενοι και συγκινημένοι, έβγαιναν απ' το Δημοτικό Ωδείο Βόλου, έπαιρναν και τα ποδαράκια τους μαζί, πονεμένα ή όχι και έφευγαν, για να συνεχίσουν την Σαββατιάτικη βόλτα τους ή να πάνε σπίτια τους.

...Κι εγώ, πήρα τα δικά μου, βγήκα για να πάρω κλήση περπατησιάς και να ξαναγυρίσω μέσα, να αγκαλιάσω την ζεστή και πλούσια καρδιά της βραδιάς, την Χαρούλα, που αυτός ήταν και ο κύριος λόγος  που "πρόκοψε" στον τόπο της, κι ακόμα, το "γιατί;" αναρρωτιέται!

...Κι εκεί που έβγαιναν και έφευγαν, οι αγκαλιές κι οι χειραψίες έφτασαν και για μένα!
Πάντα αφήνει μερίδια αγάπης η Χαρούλα, για όλους!...

Μια παρέα Μεγάλων αντρών, σε Τέχνη, έλεγαν τα δικά τους, προχωρώντας.
Μια στάση για μένα...
Προς Θεού! Απλώχεροι πάντα! Υποκλίνομαι!

Κι όμως, σαν παίρνω φόρα...
"Δε μού λέτε, άντρες! Πού είναι οι γυναίκες σας; Σπίτι, ε; Εγώ, όμως, είμαι εδώ! Τί θα γίνει με σας; Θα με καταλάβετε, ότι έχω κι εγώ φασίνα, χωρίς να μού θυμώνετε;"
"Ποιος σού θύμωσε;"
"....Α! Είπα! Μαλώνω, πριν μού θυμώσετε κι εσείς! Πέσ'τε μου! Έχει κι άλλες εκδηλώσεις, τώρα σύντομα; ...Για να ξέρω, να μη βγαίνω πάλι απ' το πρόγραμμα! Ανοίγω δουλειές και τις αφήνω στη μέση!"
Γελάσανε όλοι!...
Εύκολα, νομίζεις, μαζεύει κανείς, τόσο "ακριβά" χαμόγελα;
"Τίποτα τώρα... Τώρα εσείς!" Είπε ο δικός μου, ο Μεγάλος! Ο Δάσκαλός μου, ντε! Ο Νίκος Διαμαντάκος!
"Ποιοί εμείς;"
"Εσείς οι νέοι.... Εσύ... (κ.λ.π.)"
"Δεν έχει τίποτα, δάσκαλε! Πού να προλάβω από σας;"
Γέλασε...
Γέλασε, και χάρηκα τόσο!
Ήταν ολόδικό μου, αυτό το χαμόγελο!
Το δεύτερο!

...Τους άφησα, γιατί μια αντρική φωνή, μού φώναζε:
"Κατερίνα! Πού χάθηκες εσύ; Πού είσαι εσύ; Κατερίνα! Πόσο με συγκίνησες!"
....!!!
Παραμιλούσε, ο άνθρωπος!"Αγάπη, είναι!" σκέφτηκα. Δεν είναι κακό! Υπάρχουν πολλών ειδών αγάπες! Νόμιμες, αγνές και απλές, αρκεί να τις αξίζεις και να μην ντρέπεσαι γι' αυτές!
"Γιατί; Τι έκανα; Φωτογραφίες έβγαζα. Δεν τραγουδούσα!"
"Κατερίνα μου, Κατερίνα μου! Πόσο σ' ευχαριστώ! Μού είπανε πως είδανε στην Αθήνα, ότι γράφεις στην σελίδα σου για μένα!.... κ.λ.π."
"Χμ... Τί να σας κάνω, εσάς τους Βολιώτες; Εγώ, δεν σας ξέχασα... Σας κράτησα στον "αέρα"... κι ας μού κρατάτε μούτρα... Κάποτε, θα το καταλάβουν κι άλλοι."
"Μα, εγώ, Κατερίνα μου, σ' αγάπησα! Πραγματικά, σ' αγάπησα!" φώναζε, κι ας άκουγε ο κόσμος!
Δε μπορεί να κρυφτεί η αληθινή και αγνή αγάπη!
Είναι για να αντιλαλεί, μέρες και νύχτες, κυρίως νύχτες, σαν απόψε, που είναι η πρώτη νύχτα της Άνοιξης, του 2015!
"Κι εγώ σ' αγάπησα! Κι εγώ σας αγάπησα, όλους και όλες!"
... και δώσ' του, αγκαλιές και μ' εκείνον και με κάποιες κυρίες δίπλα!

Απίστευτη βραδιά, ξεχείλησε η αγάπη!

Χρόνο;
Δεν είχα.
Πήρα τα πόδια μου κι εγώ, αγκαλιές και λέξεις και έπιασα λιμάνι.
Είχα δυο φίλες, που περίμεναν φιλί, εδώ και καιρό.
Στα "μείον" με είχαν κι εκείνες, ώσπου η παρουσία μου, σκίρτησε χαμόγελο καρδιάς και ζεστό φιλί!

Ένα παγκάκι, πριν συναντήσω την δεύτερη, με προκάλεσε.
Σταμάτησα τον χρόνο, έβγαλα την μπαταρία του ρολογιού, να μην τρέχει, έκατσα, χαλάρωσα, ένωσα πολύ χθες με το παρόν, νύχτα με μερόνυχτα ποικιλόχρωμα, ψαράς ήμουνα, που ψάρεψε χωρίς δόλωμα, ένα ακόμα:
"Μα, εγώ, σ' αγάπησα!"
"Κι εγώ, κι εγώ!"

"Πάρε ένα τηλέφωνο! Σού έστειλα μήνυμα, ότι σε περίμενα. Γιατί, δεν απάντησες; Κι εγώ περίμενα, άδικα..." μού παραπονέθηκε ο άντρας μου, που με "μάζεψε" κουρασμένος, απ' τα λιμάνια ...και τους σταθμούς του χωροχρόνου.

Έφυγα άρον άρον, απ' την φίλη, απ' το δεύτερο καθυστερημένο φιλί.
"Θα τα πούμε από Δευτέρα. Αυτή την Δευτέρα, φιλενάδα! Βράδυ. Ναι. Τότε "κυκλοφορώ", μαζί με τα φαντάσματα. Μ' αρέσει, όμως! Επιλογές ζωής είναι αυτές!"
Ο άντρας μου, σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας, είχε αναμμένα τα αλάρμ.Δεν έπρεπε να περιμένει.

...Κι ύστερα, στον δρόμο, κάτι σαν "ορεκτικό":
"Άντρα μου, ο Τάδε, μού είπε, πως μ' αγάπησε!"
"Το ξέρω και δεν είναι ο μόνος! Εγώ, όμως, σ' έχω! Έγώ σ' αγάπησα, όσο κανένας!"
Αυτό, να λέγεται!
Δεν το συζητάμε!
Άλλο η φαντασία, άλλο η πράξη, άλλο αγάπη από άλλη αγάπη!
Αφάνταστη η ποικιλία, μα, αν είναι αληθινά τα υλικά, είναι αγάπη και ποτέ δεν περισσεύει!
"Κι εγώ σ' αγάπησα, άντρα μου, μην αμφιβάλλεις! Ήμασταν παιδιά και γεράσαμε..."

3:30
Κι είπα:
"Να κρατήσω στα γρήγορα τα δικά μου!"
Πειραγμένα χρονόμετρα...
Χωρίς μπαταρίες, μια ζωή.

Αύριο τα σωστά, αύριο...
Αύριο θ' "αδειάσω".
Να με "σβήσω", πρώτα, να "χωράνε" τα καινούργια"μαζέματα" είτε δικά μου, είτε των άλλων!
Γιατί: Αφού μπήκαν στο "καλάθι" μου, ήταν και δικά μου ή γίναν και δικά μου!
Κι εγώ λαός, κι εδώ, λαός!


κορίτσι της θάλασσας - Χαρούλα Φράγκου - ποίηση
Αλέξανδρος Καρκάλας - μουσική

τότε: ιστιοφόρα, καφενείο, βιβλίο, λιμάνι Βόλου, regatta
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: